Τρίτη, 31 Ιουλίου 2012

Ολυμπιακές μπίζνες με ομηρικούς καβγάδες Αρχαίο πνεύμα αθάνατο και πετροδολάρια


 Το Martin-Gropius-Bau του Βερολίνου.
 
Η φωνή του είναι γεμάτη συγκίνηση, η ματιά του πλημμυρίζει από θαυμασμό. «Απαράμιλλο!» λέει ο Γκέρεον Σίβερνιχ, διευθυντής του μουσείου Martin-Gropius-Bau στο Βερολίνο, κοιτάζοντας μια αφίσα με τη φωτογραφία ενός χάλκινου αγαλματίδιου από το 490 π.Χ. «Ποίημα κίνησης και ομορφιάς». Το γλυπτό, που φέρει την επιγραφή «Ανήκω στον Δία» και προέρχεται από το Αρχαιολογικό Μουσείο της Ολυμπίας, δείχνει έναν έφηβο δρομέα. Οι μύες του είναι τεντωμένοι, το πρόσωπό του σε υπερένταση. Από βιασύνη όμως ούτε ίχνος. Η κίνησή του θυμίζει αργή, αρμονική ροή.
Το έκθεμα αυτό θα παρουσιαστεί με άλλα περίπου 1.000, εξίσου εντυπωσιακά, στην έκθεση «Ολυμπία: Μύθος – Λατρεία – Αγώνες», που εγκαινιάζεται στις 31 Αυγούστου στο Martin-Gropius-Bau. Τα περισσότερα (564) εκθέματα προέρχονται από ελληνικά μουσεία, 150 μάλιστα από αυτά που αποκαλύφθηκαν πρόσφατα εκτίθενται σε παγκόσμια πρώτη. Στο «σόου» συμμετέχουν και δεκάδες ξένα αρχαιολογικά μουσεία, όπως εκείνα του Λούβρου, του Βατικανού, της Ρώμης, του Μονάχου και της Δρέσδης.
Σόου; Ναι, αλλά με την έννοια μιας ιερής τελετουργίας, αφού οι πρώτοι αγώνες στην αρχαία Ολυμπία ήταν άρρηκτα συνδεδεμένοι με τη θρησκευτική λατρεία. Ο αθλητισμός ήταν, δίπλα στην πολιτική και στην τέχνη, η τρίτη κινητήριος δύναμη στον εκπολιτισμό της ανθρωπότητας. Αυτό πήρε στους Ολυμπιακούς Αγώνες θεσμική μορφή: ο πολεμικός αγώνας έγινε συμβολικός – με όρια και κανόνες.
Θεματικά, ο χώρος είναι χωρισμένος σε τρεις ενότητες: στην παρουσίαση του Ιερού της Ολυμπίας με τα πολύτιμα αναθήματά του, στην αναπαράσταση των Αγώνων και στην ιστορία
των ανασκαφών, αρχίζοντας με την πρώτη «φτυαριά» από γάλλους αρχαιολόγους το 1829, περνώντας στους γερμανούς συναδέλφους τους το 1875 (που έκαναν και τις πρώτες μεγάλες ανακαλύψεις) και συνεχίζοντας ως σήμερα.
Η έκθεση, που σχεδίασαν και επιμελούνται δύο από τους σπουδαιότερους γερμανούς αρχαιολόγους, ο Βολφ-Ντίτερ Χαϊλμάγερ και ο Χανς-Γιόαχιμ Γκέρκε, δείχνει παράλληλα με την αλλαγή της εικόνας των Αγώνων και την πολιτική και πολιτιστική μετεξέλιξη μιας ολόκληρης χιλιετίας.

Η «εισβολή» του πετροδολαρίου

Χαράς ευαγγέλια λοιπόν; Οχι ακριβώς. Η έκθεση επισκιάζεται από έναν ομηρικό καβγά. Η αιτία γι’ αυτό, ως συμβαίνει συχνά, τα χρήματα. Ελπίζοντας ότι θα πάρει γενναία χρηματική υποστήριξη, ο κ. Σίβερνιχ, όπως καταγγέλλουν οι αντίπαλοί του, «πούλησε» στους εμίρηδες του Κατάρ το δεύτερο κομμάτι της έκθεσης: την ιστορία των σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων. Και μαζί με αυτό «πούλησε» και μια ομάδα ειδικών, με επικεφαλής τον αρχαιολόγο Μπερντ Σόσεμαν και τον φιλόσοφο Γκύντερ Γκεμπάουερ.
Το μεγαλεπήβολο σχέδιο της ομάδας προέβλεπε μια κριτική παρουσίαση των κακώς κειμένων: ντόπινγκ, εμπορευματοποίηση, διαφθορά, καταστροφή του περιβάλλοντος, υπερμεγέθεις οικοδομές. Παράλληλα θεματοποιούσε μια «ανοικτή πληγή» των Γερμανών: τους χιτλερικούς Ολυμπιακούς του 1936.
«Υστερα από πολύμηνη προεργασία, ο κ. Σίβερνιχ μας ανακοίνωσε ξαφνικά ότι πρέπει να προσαρμόσουμε το σχέδιό μας στις επιθυμίες των ιθυνόντων του Κατάρ, που είχαν αναλάβει ενδιάμεσα, πίσω από την πλάτη μας, την προετοιμασία του δεύτερου μέρους της έκθεσης» λέει ο κ. Γκεμπάουερ. «Αυτό θα ισοδυναμούσε όμως με ευνουχισμό του κριτικού μέρους του σχεδίου μας και αποτελεί πρωτοφανή προσβολή για μας και για όλη την επιστημονική κοινότητα».
Το φόντο της υπόθεσης, σύμφωνα με τον ίδιο; Το Κατάρ, που με τη βοήθεια των «πετροδολαρίων» θέλει να γίνει παγκόσμια αθλητική δύναμη (έχει κερδίσει στο μεταξύ τη διοργάνωση του ποδοσφαιρικού Μουντιάλ το 2022), έχει θέσει υποψηφιότητα για τους Αγώνες του 2020. Μη κριτικές εκθέσεις, σαν αυτή που προετοιμάζει για τις σύγχρονες Ολυμπιάδες, είναι λοιπόν το καλύτερο δόλωμα για τη Διεθνή Ολυμπιακή Επιτροπή. «Οι Αθάνατοι ενθουσιάζονται με τέτοιες δουλικές χειρονομίες» προσθέτει άλλος αναλυτής.

Καταπέλτης τα γερμανικά ΜΜΕ

Ο κ. Σίβερνιχ αντιτείνει ότι δεν υπήρξε ποτέ μια γραπτή ή προφορική συμφωνία για συνεργασία με την ομάδα Σόσεμαν – Γκεμπάουερ και ότι επομένως οι αιτιάσεις τους πέφτουν στο κενό. Το κακό γι’ αυτόν είναι ότι πολλά γερμανόφωνα μέσα ενημέρωσης έχουν ταχθεί αναφανδόν εναντίον του. Μια εικόνα δίνουν οι τίτλοι τους από τον περασμένο Φεβρουάριο που ξέσπασε ο καβγάς: «Η πουλημένη Ολυμπιάδα» («Die Zeit»), «H διασπασμένη έκθεση» (Deutschlandfunk), «Ολυμπιάδα για τον εμίρη» και «Ολυμπιακή διαπλοκή» (Deutschlandradio-Kultur).
Και ακόμη χειρότερο για τον ίδιο είναι ότι τελικά αναγκάστηκε να παραιτηθεί από το «καταρικό» μέρος της έκθεσης ύστερα από γνωμοδότηση-καταπέλτη του ιστορικού Αντρέας Ναχάμα ιδίως σε ό,τι αφορά την «ανιστόρητη» παρουσίαση του 1936.
Το μοιραίο αποτέλεσμα; Μαζί με τους σύγχρονους Ολυμπιακούς, ο κ. Σίβερνιχ έχασε και τα χρήματα που υπολόγιζε να πάρει από τους Αραβες. Παρ’ όλα αυτά, η «κατάρα» του Κατάρ δεν επηρεάζει στο παραμικρό το πρώτο μέρος της έκθεσης. Κι αυτό, όσο «ανάπηρο» και να φαίνεται, υπόσχεται να ξεπεράσει, σε νόημα και ομορφιά, οποιοδήποτε άλλο στην ιστορία της παρουσίασης των Ολυμπιακών Αγώνων.

Δύο πρωταγωνιστές, ένα καλό ερώτημα

Γκερέον Σίβερνιχ, διευθυντής του Martin-Gropius-Bau
- Τι περιμένετε από την έκθεση;
«Κατ’ αρχάς, πολλούς θεατές. Και έπειτα, ένα έντονο ενδιαφέρον της κοινής γνώμης για το γεγονός, επειδή είναι η πρώτη φορά που η Ελλάδα μεταφέρει στο εξωτερικό τόσο πολλούς θησαυρούς της. Πιστεύω ότι το γεγονός θα έχει πανευρωπαϊκή απήχηση. Στους δύσκολους καιρούς που περνάμε είναι θετικό να γίνεται λόγος στα μέσα ενημέρωσης για μια τόσο ωραία έκθεση και να καλείται το κοινό να την επισκεφθεί».
Γκύντερ Γκεμπάουερ, «φιλόσοφος του αθλητισμού»
- Θα συμβάλει η έκθεση στην αλλαγή του εχθρικού κλίματος για την Ελλάδα που παρατηρείται τελευταία στη γερμανική κοινή γνώμη;
«Το θέμα δεν είναι απλό. Οι Γερμανοί έβλεπαν ανέκαθεν την ελληνική αρχαιότητα ως την πηγή ή τη ρίζα του δυτικού πολιτισμού. Αυτό δεν θα αλλάξει ούτε σήμερα, παρά τη βρώμικη καμπάνια της “Bild-Zeitung” και άλλων λαϊκιστικών ταμπλόιντ. Οι προκαταλήψεις τους, που επηρεάζουν μέρος του πληθυσμού, δεν μπορούν όμως να αναιρεθούν με αρχαιολογικές εκθέσεις. Η έκθεση στο Martin-Gropius-Bau θα συνεισφέρει ωστόσο σίγουρα στην αναζωογόνηση του σεβασμού που έχουν ήδη πολλοί Γερμανοί για την ελληνική κουλτούρα».

αρχαιολογια