Τρίτη, 27 Νοεμβρίου 2012

Ο αναχωρητής της Ραφήνας

Αν υπάρχει κάποιος στον οποίο ταιριάζει γάντι η φράση «χαΛΑρά» αυτός δεν είναι άλλος από τον Κώστα Καραμανλή. Η ραθυμία του φαίνεται πως είναι τρόπος ζωής. Ο πρώην πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας είναι η κατεξοχήν περίπτωση ανθρώπου που δεν θέλει να αγχώνεται, να κουράζεται. Διεκδικεί την πολυτέλεια της χαλάρωσης, της απόλαυσης, της διασκέδασης, της ξεγνοιασιάς. Κι αυτό αποδεικνύεται περίτρανα από την προσωπική και πολιτική του διαδρομή. Οταν ως πρωθυπουργός αντιλήφθηκε ότι τα δημοσιονομικά ήταν ανεξέλεγκτα οδήγησε χωρίς πολλή σκέψη τη χώρα σε εκλογές. Ενώ γνώριζε ότι η μάχη ήταν χαμένη από χέρι, επέλεξε συνειδητά την ταπεινωτική ήττα, θέλοντας να απελευθερωθεί από την πίεση και την ευθύνη της διακυβέρνησης.

Ο γιατρός συνέστησε αφωνία

Εγκαταλείποντας το Μαξίμου, ο Καραμανλής ανακουφίστηκε, «πήρε τα πάνω του». Επέστρεψε στον μικρόκοσμό του, αδιαφορώντας για τις πολιτικές και οικονομικές εξελίξεις. Επέλεξε την αφωνία και την τακτική «η σιωπή μου προς απάντησή σας». Τρία χρόνια μετά την απόδρασή του από την πρωθυπουργία, δεν μίλησε ούτε μία φορά, δεν έχει δώσει καμία συνέντευξη, δεν έκανε την
οποιαδήποτε πολιτική παρέμβαση, δεν εξέφρασε καμμία ανησυχία για την οικονομική κρίση και την τύχη του τόπου. Το μόνο που μάθαμε γι’ αυτόν μέσω παραπολιτικών είναι ότι έχασε χρήματα από το λεγόμενο «κούρεμα» και αναγκάζεται να πουλήσει κάποιο από τα διαμερίσματά του.

Από τη γαλαρία των ορεινών

Ως βουλευτής εμφανίζεται σπανίως στο Κοινοβούλιο, και δη όταν υπάρχουν ψηφοφορίες. Τις λίγες φορές που είναι παρών επιλέγει τη γαλαρία των ορεινών εδράνων, κάνοντας καλαμπούρια και λέγοντας ανέκδοτα. Οι κομματικές του υποχρεώσεις με τη Νέα Δημοκρατία περιορίζονται στα άκρως απαραίτητα. Παρευρίσκεται μόνο στις συνεδριάσεις της κοινοβουλευτικής ομάδας της. Με το σώμα παρόν και το πνεύμα απόν, και στη μία και στην άλλη περίπτωση, δείχνει ότι είναι αλλού. Οι δημόσιες παρουσίες του είναι για εκείνον κάτι παραπάνω από αγγαρεία. Τις βαριέται, τις απεχθάνεται. Αν και υπήρξε ενεργός πολιτικός, και μάλιστα πρωθυπουργός της χώρας για μία πενταετία, φαίνεται να αποστρέφεται την πολιτική. Δεν τον απασχολεί, δεν τον συναρπάζει, δεν τον διεγείρει.

Καλλιτεχνικές και γαστριμαργικές αναζητήσεις

Ως αναχωρητής και αυτοεξόριστος στη Ραφήνα απολαμβάνει τις μικρές χαρές της ζωής. Εκδράμει με την οικογένειά του εντός και εκτός Ελλάδας, επισκέπτεται συχνά τα οινοποτεία και τις χασαποταβέρνες της περιοχής. Μάλιστα ενίοτε, όταν έρθει στο τσακίρ κέφι, αποκαλύπτει και τις φωνητικές του ικανότητες στο βαρύ λαϊκό τραγούδι.
Η σιωπή είναι χρυσός

Αποστασιοποιημένος από τα πολιτικά τεκταινόμενα και επιλέγοντας τη σιωπή, δεν ενοχλεί κανέναν. Ετσι, παραμένει στο απυρόβλητο. Με την τακτική αυτή έχει πετύχει το ακατόρθωτο: να ξεχάσουν οι πάντες την καταστροφική διακυβέρνησή του. Το γεγονός αυτό θεωρείται αναμφίβολα επιτυχία, σήμερα που όλοι αναζητούν τις αιτίες της κρίσης και της χρεοκοπίας.

Κανείς δεν αποκαθηλώνει τα οικόσημα της οικογένειας

Τη σιωπή του έσπασε το φημολογούμενο σενάριο ότι ο Αντώνης Σαμαράς σχεδιάζει τη μετεξέλιξη της Νέας Δημοκρατίας με τη δημιουργία ενός ευρύτερου πολιτικού σχήματος των λεγόμενων ευρωπαϊστών, ανεξαρτήτως κομματικής προέλευσης. Το ενδεχόμενο αυτό τον ενοχλεί. Εξάλλου η Νέα Δημοκρατία είναι γι’ αυτόν το κόμμα του θείου και κανείς δεν μπορεί να αποκαθηλώνει τα οικόσημα της οικογένειας Καραμανλή. Γιαυτό και φρόντισε να διαμηνύει μέσω τρίτων στον Σαμαρά τις ενστάσεις του.

Εκ του μακρόθεν

Ως γόνος πολιτικής οικογενείας, ο Κώστας Καραμανλής στην πραγματικότητα αναγκάστηκε να εμπλακεί στην πολιτική. Οπως υποστηρίζουν οι καλά γνωρίζοντες τα παρασκήνια, ο πιέστηκε πολύ για να κατέβει υποψήφιος βουλευτής με τη Νέα Δημοκρατία στις εκλογές του 1989, στις οποίες και πρωτοεκλέχθηκε. Κατά την περίοδο της αρχηγίας Μητσοτάκη δεν επέδειξε ιδιαίτερο ζήλο για την πολιτική. Η παρουσία του στο Κοινοβούλιο ήταν σχεδόν ανύπαρκτη. Τις πολιτικές εξελίξεις τις παρακολουθούσε εκ του μακρόθεν. Κατά τη διαμάχη μητσοτακικών και εβερτικών είχε ταχθεί με τους δεύτερους, χωρίς όμως να εκτίθεται δημόσια. Στις εκλογές του Σεπτεμβρίου του ’96 η Νέα Δημοκρατία με αρχηγό τον Μιλτιάδη Εβερτ υπέστη μεγάλη πολιτική ήττα. Το ΠΑΣΟΚ με επικεφαλής τον Κώστα Σημίτη απεδείχθη εφτάψυχο, αναλαμβάνοντας τη διακυβέρνηση της χώρας.

Με όνομα βαρύ σαν ιστορία

Η ήττα χρεώθηκε στον Μιλτιάδη Εβερτ, και η Νέα Δημοκρατία ως αμιγώς καραμανλικό κόμμα που ίδρυσε ο εθνάρχης προσέφυγε στον ανιψιό, δίνοντάς του τα ηνία. Οι βαρόνοι, λοιπόν, της παράταξης, Γιάννης Βαρβιτσιώτης και Μανώλης Κεφαλογιάννης, θεωρώντας ότι το όνομα από μόνο του συνιστούσε συγκριτικό πλεονέκτημα, συνωμότησαν με τις άλλες καραμανλικές δυνάμεις, παραδίδοντας τον Μάρτιο του ’97 την αρχηγία στον 39χρονο τότε Κώστα Καραμανλή. Την περίοδο αυτή η Ελλάδα βρισκόταν σε φάση αναπροσανατολισμού. Οι εκσυγχρονιστές υπό το Σημίτη έθεταν ως εθνικό στόχο την ένταξη της χώρας στην ΟΝΕ. Στην πολιτική ζωή του τόπου κυριαρχούσαν νέες δυνάμεις, ενώ η Νέα Δημοκρατία χαρακτηρίστηκε από τον τότε προσωπικό σύμβουλο του Καραμανλή, Γιάννη Λούλη, «φθαρμένο προϊόν».

Οικονομία τραβεστί

Κληθείς να διαχειριστεί ένα τέτοιο κόμμα, ο Καραμανλής υιοθέτησε τυφλά όλες τις προτάσεις που του υπέβαλε ο σύμβουλός του. Στοχοποίησε το ΠΑΣΟΚ ως καθεστωτικό, διαπλεκόμενο και διεφθαρμένο. Πυροβόλησε ασύστολα τον Κ. Σημίτη, αποκαλώντας τον «αρχιερέα της διαπλοκής». Υπέκυψε σε έναν ακραίο λαϊκισμό και εθνικισμό. Επιδόθηκε σε μια συνεχή αποδόμηση της κυβερνητικής πολιτικής του Σημίτη. Αμφισβήτησε τις οικονομικές επιδόσεις της χώρας, μιλώντας για «οικονομία τραβεστί», υποσκάπτοντας στην ουσία τον στόχο της ΟΝΕ.

Ηχηρές καρατομήσεις και το ειδύλλιο με τον Αρη

Προκειμένου να χτίσει την ηγετικότητά του, φρόντισε εγκαίρως να καρατομήσει επιφανή στελέχη του κόμματός του, μεταξύ αυτών και τον ανθυποψήφιό του για την αρχηγία Γιώργο Σουφλιά, καθώς και τους Σ. Μάνο, Α. Ανδριανόπουλο, Β. Κοντογιαννόπουλο. Θέλοντας να αποδείξει ότι δεν είναι μαριονέτα των βαρόνων, εγκατέστησε νέα πρόσωπα στα κεντρικά γραφεία της Ρηγίλλης. Ο νεαρός Αρης Σπηλιωτόπουλος ανέλαβε εκπρόσωπος Τύπου, και θεωρήθηκε από όλους το νούμερο δύο του κόμματος. Μάλιστα, ορισμένοι έκαναν λόγο και για διαρχία Καραμανλή-Σπηλιωτόπουλου. Ωστόσο το ειδύλλιο δεν κράτησε πολύ. Μετά τις οξείες εσωκομματικές επιθέσεις ο Καραμανλής αναγκάστηκε να τον αποπέμψει.

Πρωθυπουργός για επτά ώρες

Το 2000, στην πρώτη του εκλογική αναμέτρηση, ο Καραμανλής δεν τα πήγε άσχημα. Μέχρι τις 2:00 τα ξημερώματα θεωρείτο ο νικητής των εκλογών. Στη συνέχεια όμως, με την προσθήκη κι άλλων εκλογικών αποτελεσμάτων, οι πολιτικοί συσχετισμοί άλλαξαν. Ο Σημίτης εκλέχθηκε ξανά πρωθυπουργός, με μικρή διαφορά. Ο Καραμανλής, πιστεύοντας επί επτά ώρες ότι έχει εκλεγεί πρωθυπουργός, υπέστη το πρώτο πολιτικό και προσωπικό σοκ. Πήρε έτσι μια πρώτη γεύση της επώδυνης πλευράς της πολιτικής. Ωστόσο, η οριακή νίκη του Σημίτη δεν του δημιούργησε εσωκομματικά προβλήματα. Οι αντίπαλοί του, και κυρίως το μητσοτακέικο, του έδωσαν μια δεύτερη ευκαιρία. Εχοντας εμπεδώσει την πολιτική του καταγγελτικού λόγου και της δημαγωγίας που από την πρώτη στιγμή υιοθέτησε, ενέτεινε τις επιθέσεις κατά του Σημίτη και της νομενκλατούρας -όπως τη χαρακτήριζε- του ΠΑΣΟΚ. Λαϊκίζοντας ασύστολα, υποσχόταν λαγούς με πετραχήλια. Παρέσχε προστασία στις συντεχνίες, καταπολεμώντας σκληρά τη μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού συστήματος. Αξιοποιώντας τη φθορά του ΠΑΣΟΚ, μετά από έντεκα χρόνια συνεχούς διακυβέρνησης, αλλά και τις άσχημες επιδόσεις της δεύτερης τετραετίας Σημίτη, κέρδισε τις εκλογές του Μαρτίου του 2004, σεμνά και ταπεινά...
Ζώντας τον μύθο της πρωθυπουργίας

Ο άνθρωπος που μπήκε στην πολιτική σχεδόν με το ζόρι, ανέλαβε τα ηνία του τόπου σε μια περίοδο ευφορίας. Λίγους μήνες μετά η χώρα πανηγύρισε την επιτυχία της Εθνικής Ελλάδος στο Euro, και στη συνέχεια έζησε το μεγάλο της όνειρο διοργανώνοντας τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας. «Ζήσε τον μύθο σου στην Ελλάδα», προέτρεπε το σποτάκι του Αβραμόπουλου, και ο Καραμανλή ως οικοδεσπότης απολάμβανε την ευχάριστη ατμόσφαιρα που δημιουργούσαν δύο κορυφαία αθλητικά γεγονότα. Οταν οι φιέστες τελείωσαν και η αυλαία έπεσε άρχισε να ασχολείται και με την πολιτική. Αντιλαμβανόμενος ότι τα δύσκολα είναι μπροστά του, υιοθέτησε τη φαεινή ιδέα της απογραφής. Με την επιλογή αυτή στοχοποίησε για άλλη μια φορά τους πολιτικούς του αντιπάλους. Στην ουσία αμφισβήτησε ακόμη και την ένταξη της Ελλάδας στην ΟΝΕ, αδιαφορώντας για τους κινδύνους που μπορεί να έχει μια τέτοια ενέργεια.

Γαλάζια επέλαση

Συνεπής στο χαΛΑρά, υποσχέθηκε ότι η προσαρμογή της χώρας μας στο ευρωπαϊκό κεκτημένο θα γίνει με ήπιο τρόπο. Την ίδια στιγμή η προεκλογική του διακήρυξη για «επανίδρυση του κράτους» πήρε σάρκα και οστά με τη γαλάζια επέλαση. Εξάλλου, όπως δήλωσε τότε ο περιβόητος Βύρων Πολύδωρας, ο μετέπειτα για μια μέρα πρόεδρος της Βουλής: Η εναλλαγή ενός κόμματος στην εξουσία χρειάζεται μια στρατιά 10.000 ανθρώπων προκειμένου να στελεχωθεί ο κρατικός μηχανισμός.



Γιώργο, άφησέ το γι’ αργότερα

Γνωρίζοντας ότι η Ελλάδα τα προηγούμενα χρόνια είχε διασφαλίσει ικανοποιητικούς ρυθμούς ανάπτυξης, ο Καραμανλής δεν αγχώθηκε. Η διαχειριστική τακτική που επέλεξε συμπυκνώνεται στην ιστορική φράση «Γιώργο, άφησέ το γι’ αργότερα». Η αναβλητικότητα ήταν κεντρικό στοιχείο της πολιτικής του. Με αυτήν μετέθεσε την αντιμετώπιση όλων των καίριων προβλημάτων σε βάθος χρόνου, στο μέλλον.

Δεν θέλω εστίες έντασης

Οι αλλαγές και οι μεταρρυθμίσεις στην οικονομία, στο ασφαλιστικό, ετεροχρονίστηκαν. Η μόνιμη επωδός του ήταν «δεν θέλω εστίες έντασης». Η θέση αυτή υπαγορεύόταν από την αντίληψή του ότι όσο δεν ανοίγεις ζητήματα αποφεύγεις τις πολιτικές και κοινωνικές αντιδράσεις. Πρωταρχικό μέλημα του Καραμανλή καθ’ όλη τη διάρκεια της πρωθυπουργικής του θητείας ήταν να αποφεύγει τα δύσκολα όπως ο διάολος το λιβάνι.

Γιατί τα πεντοχίλιαρα δεν είναι πετσετάκια

Ανάγοντας τη διακυβέρνηση της χώρας σε μια διεκπεραιωτική υπόθεση, ο Καραμανλής προσπάθησε να στρώσει το χαλί για μια δεύτερη εκλογική του επιτυχία, προσφεύγοντας σε πρόωρες εκλογές. Ξέροντας ότι ο Παπανδρέου δεν τραβάει, έστησε κάλπες πάνω στα καμένα της Ηλείας και της υπόλοιπης Ελλάδας, μοιράζοντας τα πεντοχίλιαρα σαν πετσετάκια.

Η Αθήνα φλέγεται

Βέβαια, τη νηνεμία που επικρατούσε τα πρώτα χρόνια της θητείας του ήρθαν να καταστρέψουν τα αποκαλούμενα Δεκεμβριανά του 2008. Η Αθήνα καιγόταν για πολλές ημέρες και το κενό διακυβέρνησης ήταν εμφανές παντού. Πιστός στη γραμμή Καραμανλή, ο υπουργός Εσωτερικών, και προσωπικός του φίλος, Προκόπης Παυλόπουλος, στην ουσία έδινε εντολή στις αστυνομικές αρχές να σηκώσουν λευκό μαντήλι παράδοσης προς τους βέβηλους, οι οποίοι είχαν μετατρέψει το κέντρο της πρωτεύουσας σε πεδίο μάχης, καίγοντας και λεηλατώντας τα πάντα.



Το νόμιμο είναι και ηθικό

Με σημαία «το νόμιμο είναι και ηθικό», η γαλάζια επέλαση στο κράτος έκανε εμφανή την παρουσία της. Κινούμενοι μέσα σε ένα καθεστώς αδιαφάνειας και συναλλαγής, οι διάφοροι «κουμπάροι» και οι Βατοπεδινοί έστησαν το δικό τους φαγοπότι. Αν και ο Καραμανλής δεν είχε δώσει λαβή για ζητήματα ηθικής τάξης, δεν συνέβη το ίδιο και με τους κορυφαίους υπουργούς του. Ο τότε στενός του συνεργάτης Θ. Ρουσόπουλος, ο οποίος στο Μέγαρο Μαξίμου λειτουργούσε αντ’ αυτού, εγκλήθηκε για τον πρωτοφανή και ξαφνικό πλουτισμό του. Το ίδιο συνέβη και με τον πρώην νούμερο δύο, Αρη Σπηλιωτόπουλο, ο οποίος μετά την αποκατάσταση των σχέσεών του με τον Καραμανλή και την ανάληψη του χαρτοφυλακίου του Τουρισμού, αντιμετώπιζε το ταμείο του υπουργείου ως προσωπικό του κουμπαρά, διοργανώνοντας εξωτικά ταξίδια μαζί με την κουστωδία του σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του κόσμου. Ο δε εξάδελφος Μιχάλης Λιάπης αποσύρθηκε διακριτικά μετά τις φήμες για κακοδιαχείριση, και όχι μόνο, ενώ ο Γιώργος Βουλγαράκης ακόμη δεν μπορεί να βγει από το σπίτι του χωρίς να τον φυλάει μια στρατιά αστυνομικών.

«Μίλα με τον Γιώργο»

Παράλληλα, ο Καραμανλής, έχοντας τυφλή εμπιστοσύνη στον υπουργό Οικονομικών, Γιώργο Αλογοσκούφη, αρνείτο να ασχοληθεί με τα δημοσιονομικά και οικονομικά της χώρας. Μάλιστα, παρέπεμπε τους διάφορους συνομιλητές που του κατέθεταν προβληματισμούς για τις οικονομικές επιδόσεις της κυβέρνησής του στον αρμόδιο υπουργό, επαναλαμβάνοντας διαρκώς το «μίλα με τον Γιώργο».

Ο αποκεφαλισμός του Αλογοσκούφη

Οταν τα γκρίζα σύννεφα της κρίσης άρχισαν να πλανώνται πάνω από την Ελλάδα, ο Καραμανλής φάνηκε να αποσταθεροποιείται. Χωρίς πολλές σκέψεις, καθαίρεσε σε ένα βράδυ τον Γιώργο Αλογοσκούφη, ορίζοντας διάδοχό του τον Γιάννη Παπαθανασίου, άνθρωπο της αγοράς και της πιάτσας. Παραμένοντας στην ίδια γραμμή πλεύσης, ο νέος υπουργός προσπάθησε να μαζέψει τα ασυμμάζευτα.

Το κλίμα είναι μη αναστρέψιμο

Επιστρέφοντας από τη συνεδρίαση ενός Eurogroup, ο Γιάννης Παπαθανασίου κατατρομοκρατημένος προσπάθησε να εξηγήσει στον Καραμανλή το δυσμενές κλίμα που επικρατούσε στους Ευρωπαίους εταίρους εις βάρος της χώρας μας. Κάνοντας ενέσεις θάρρους, ο υπουργός Οικονομικών αποφάσισε να πει στον πρωθυπουργό όλη την αλήθεια. «Πρόεδρε, το κλίμα είναι μη αναστρέψιμο. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είναι έτοιμη να μας βγάλει κόκκινη κάρτα». Ο Καραμανλής τον άκουσε, απαντώντας απλώς ένα «θα τα πούμε μετά». Ωστόσο, μετά τις δραματικές αυτές εξελίξεις προσπάθησε από τις αρχές του 2009 να αποσπάσει κλίμα συναίνεσης από τον αρχηγό του ΠΑΣΟΚ, Γιώργο Παπανδρέου. Ομως, ο πράσινος γόνος προέταξε το προσωπικό του συμφέρον θέλοντας να επιβεβαιώσει τη γνωστή φράση του Γιώργου Κατσιφάρα «Ζω και αναπνέω για να δω τον Γιώργο πρωθυπουργό».

Εκλογές, ως λύτρωση

Οσοι μιλούσαν την περίοδο εκείνη με τον Καραμανλή αντιλήφθηκαν ότι ο πρόεδρος είχε αλλάξει. Εμφανιζόταν βαρύς, το βλέμμα του είχε σκοτεινιάσει, δείχνοντας ότι κάτι τον βασανίζει. Καταλαβαίνοντας ότι «τον έχουν ζώσει τα μαύρα φίδια», όπως έλεγε κάποιος στενός του συνεργάτης, άρχισε από την άνοιξη του 2009 να σκέφτεται την προσφυγή στις κάλπες, αντιμετωπίζοντάς τες ως προσωπική λύτρωση. Μοναδικός του συνομιλητής όλη αυτή την περίοδο ήταν ο Γιώργος Σουφλιάς, τον οποίο άλλοτε είχε διαγράψει. Ως καρδιακός φίλος του διοικητή της Τραπέζης της Ελλάδος, Γιώργου Προβόπουλου, ο Σουφλιάς γνώριζε από πρώτο χέρι την κατάσταση της ελληνικής οικονομίας, με τα ελλείμματα να είναι ανεξέλεγκτα και το δημόσιο χρέος να έχει εκτοξευθεί σε πρωτοφανή επίπεδα. Επεισε, λοιπόν, τον Καραμανλή ότι οι εκλογές ήταν μονόδρομος. Θέλοντας ο πρώην πρωθυπουργός να ανιχνεύσει τις σκέψεις και τις απόψεις κορυφαίων υπουργών, προσπάθησε με έμμεσο τρόπο να αλιεύσει την άποψή τους για το ενδεχόμενο αυτό. Ολοι τους εμφανίστηκαν αρνητικοί, λέγοντας ότι είναι μια πράξη αυτοκτονίας για την παράταξη. Νοιάζονταν περισσότερο για την παράταξη και τα αξιώματά τους, αδιαφορώντας για τη χώρα. Πάντως, σε αντίθεση με όλους αυτούς, ο Καραμανλής τουλάχιστον την κρίσιμη στιγμή έδειξε αποφασιστικότητα. Ηθελε να αποτινάξει από πάνω του το βάρος της ευθύνης της πρωθυπουργίας. Γνώριζε ότι τα λάθη και οι παραλείψεις, οι ανεπάρκειες και η αναποτελεσματικότητα των κυβερνήσεών του εξέθεσαν τη χώρα οδηγώντας την στο χείλος του γκρεμού.

Οι μοιραίοι γόνοι

Ο ιστορικός του μέλλοντος θα αποδώσει με μεγαλύτερη νηφαλιότητα και ψυχραιμία τόσο στον Καραμανλή όσο και στον Παπανδρέου την ευθύνη της κρίσης και της χρεοκοπίας του τόπου. Το βέβαιο είναι ότι ο Καραμανλής δεν επέδειξε την απαιτούμενη στιβαρότητα που χρειαζόταν η χώρα μετά την είσοδό της στην ΟΝΕ. Ως θιασώτης της ήπιας στρατηγικής, δεν έκανε τις απαιτούμενες παρεμβάσεις και μεταρρυθμίσεις. Υποτίμησε τους κινδύνους που αντιμετώπιζε η ελληνική οικονομία. Ακολούθησε πελατειακές πολιτικές ικανοποιώντας υπερβολικά οικονομικά αιτήματα. Ανέχτηκε τα φαινόμενα διαφθοράς και έκλεισε το μάτι στη γαλάζια επέλαση. Ακολούθησε μια πολιτική εφησυχασμού, όταν διάφορες φωνές τού είχαν επισημάνει τη δημοσιονομική εκτροπή και τις ανεξέλεγκτες καταστάσεις που είχαν διαμορφωθεί τόσο με τα ελλείμματα όσο και με το δημόσιο χρέος. Με λίγα λόγια, ο Κώστας Καραμανλής κατέστησε τη χώρα ευάλωτη με τις ανακόλουθες πολιτικές που ακολούθησε. Τη χαριστική βολή, όμως, την έριξε ο διάδοχός του, Γιώργος Παπανδρέου, με τους αυτοσχεδιασμούς, την ελαφρότητα και τις ανερμάτιστες πολιτικές του. Δυστυχώς, η χώρα στην πιο κρίσιμη καμπή της ιστορίας της βρέθηκε έρμαιο στα χέρια δύο μοιραίων γόνων.

ΠΗΓΗ: Η ΑΞΙΑ