Κυριακή, 9 Ιουνίου 2013

Το γεωστρατηγικό παιχνίδι του Ερντογάν._Άρθρο των Robert D. Kaplan και Reva Bhalla,στο Stratfor Global Intelligence


Ερντογάν και Πούτιν είναι φιλόδοξοι, επειδή είναι άνθρωποι που… αντιλαμβάνονται τη γεωπολιτική. Ο Πούτιν γνωρίζει ότι κάθε υπεύθυνος Ρώσος ηγέτης πρέπει να εξασφαλίζει ότι η Ρωσία έχει ζώνες προστασίας σε μέρη όπως η Ανατολική Ευρώπη και ο Καύκασος.
Ο Ερντογάν γνωρίζει ότι η Τουρκία πρέπει να γίνει ισχυρή δύναμη στην Εγγύς Ανατολή, προκειμένου να έχει την απαιτούμενη διαπραγματευτική ισχύ στην Ευρώπη. Το πρόβλημα του Ερντογάν είναι ότι η γεωγραφική θέση της Τουρκίας μεταξύ Ανατολής και Δύσης προσφέρει πλεονεκτήματα και άλλα τόσα μειονεκτήματα. Αυτό κάνει ορισμένες φορές τον Ερντογάν να το παρατραβάει. Υπάρχει όμως, μια ιστορική και γεωγραφική λογική στις υπερβολές του.

Η ιστορία ξεκινάει μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Επειδή η Οθωμανική Τουρκία ήταν στην πλευρά των ηττημένων του πολέμου, οι νικητές σύμμαχοι στην Συνθήκη των Σεβρών του 1920 διαμέλισαν την Τουρκία και τα περίχωρά της, δίνοντας έδαφος και ζώνες επιρροής προς την Ελλάδα, την Αρμενία, την Ιταλία, τη Βρετανία και τη Γαλλία.
Η αντίδραση της Τουρκίας σε αυτή την ταπείνωση ήταν ο Κεμαλισμός, η φιλοσοφία του Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ (το επώνυμο “Ατατούρκ” σημαίνει “Πατέρας των Τούρκων»). Ήταν ο μόνος αήττητος στρατηγός, ο οποίος επρόκειτο να ηγηθεί μιας στρατιωτικής εξέγερσης ενάντια στις νέες κατοχικές δυνάμεις ώστε να δημιουργηθεί ένα κυρίαρχο τουρκικό κράτος σε ολόκληρη την ενδοχώρα της Ανατολίας.

Ο Κεμαλισμός πρόθυμα παραχώρησε τα μέρη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που εκτείνονταν πέρα από την Ανατολία, αλλά απαίτησε εθνικά ενιαίο τουρκικό κράτος στο εσωτερικό της Ανατολίας. Οι Κούρδοι, για παράδειγμα, έπρεπε να φύγουν. Εφεξής θα τους αποκαλούσαν «Ορεινούς Τούρκους». Στην πράξη έπρεπε να κατεδαφιστεί όλο το πολυπολιτισμικό οικοδόμημα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Ο Κεμαλισμός δεν απέρριψε μόνο τις μειονότητες. Απέρριψε ακόμη και την αραβική γραφή της τουρκικής γλώσσας. Ο Ατατούρκ διακινδύνευσε υψηλότερα ποσοστά αναλφαβητισμού για να δώσει στη γλώσσα μια λατινική γραφή. Κατήργησε τα μουσουλμανικά θρησκευτικά δικαστήρια και αποθάρρυνε τις γυναίκες να φορούν το πέπλο και τους άνδρες να φορούν φέσια.
Ο Ατατούρκ ήθελε να αναπλάσει τους Τούρκους σε Ευρωπαίους (χωρίς να σκεφτεί πολύ εάν ήταν σύμφωνοι και οι Ευρωπαίοι), στο πλαίσιο της προσπάθειας να τραβήξει την Τουρκία μακριά από την πλέον νεκρή Οθωμανική Αυτοκρατορία στη Μέση Ανατολή και προς την Ευρώπη.
Ο Κεμαλισμός ήταν ένα κάλεσμα στα όπλα: Η πολεμική τουρκική αντίδραση στη Συνθήκη των Σεβρών, στον ίδιο βαθμό που ο νέο-τσαριστής Πούτιν ήταν η αυταρχική αντίδραση στην αναρχία του Μπόρις Γέλτσιν της Ρωσίας της δεκαετίας του 1990. Για δεκαετίες, ο σεβασμός προς τον Ατατούρκ στην Τουρκία ξεπερνούσε τη λατρεία μίας προσωπικότητας: Τον θεωρούσαν έναν αυστηρό, φιλάνθρωπο και προστατευτικό ημίθεο.

Ο ρόλος του Τουργκούτ Οζάλ

Το πρόβλημα ήταν πως το όραμα του Ατατούρκ για τον προσανατολισμό της Τουρκίας σταθερά προς τη Δύση συγκρούστηκε με την γεωγραφική θέση της Τουρκίας, η οποία απλωνόταν τόσο στη Δύση όσο και στην Ανατολή. Χρειαζόταν κάποια προσαρμογή. Την παρείχε ο Τουργκούτ Οζάλ, ο θρησκευόμενος Τούρκος με σουφικές τάσεις που εξελέγη πρωθυπουργός το 1983.
Η πολιτική ικανότητα του Οζάλ του επέτρεψε να αποσπάσει σταδιακά τον έλεγχο της εσωτερικής πολιτικής και – σε εντυπωσιακό βαθμό – της εξωτερικής πολιτικής από την ισχύ του κεμαλικού τουρκικού στρατού. Ενώ ο Ατατούρκ και οι γενιές των Τούρκων αξιωματικών που τον ακολούθησαν έβλεπαν την Τουρκία ως τμήμα της Ευρώπης, ο Οζάλ μίλησε για μια Τουρκία με επιρροή που εκτείνεται από το Αιγαίο ως το Σινικό Τείχος της Κίνας.
Κατά τον Οζάλ, η Τουρκία δεν έπρεπε να διαλέξει μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Γεωγραφικά ανήκε και στις δύο και έπρεπε επομένως, να ενσωματώσει πολιτικά και τους δύο κόσμους. Ο Οζάλ έκανε το Ισλάμ δημοσίως ξανά σεβαστό στην Τουρκία, ενώ παράλληλα, υποστήριξε με ενθουσιασμό τον Πρόεδρο των ΗΠΑ Ρόναλντ Ρέιγκαν κατά την τελευταία φάση του Ψυχρού Πολέμου. Με το να είναι τόσο φιλοαμερικανός και παράλληλα τόσο επιδέξιος στη διαχείριση του κεμαλικού κατεστημένου, ο Οζάλ κατάφερε να γίνει αποδεικτό το ότι ήταν τόσο Ισλαμιστής – στη Δύση τουλάχιστον.
Ο Οζάλ χρησιμοποίησε την πολιτιστική γλώσσα του Ισλάμ για να ανοίξει την πόρτα στην αποδοχή των Κούρδων. Η αποξένωση της Τουρκίας από την Ευρώπη μετά το στρατιωτικό πραξικόπημα του 1980 έδωσε τη δυνατότητα στον Οζάλ να αναπτύξει οικονομικούς δεσμούς προς Ανατολάς. Παράλληλα, ενίσχυσε σταδιακά και τους θερμούς μουσουλμάνους εσωτερικό τμήμα της Ανατολίας.
Δύο δεκαετίες πριν τον Ερντογάν, ο Οζάλ είδε την Τουρκία ως πρωταθλητή του μετριοπαθούς Ισλάμ σε όλο τον μουσουλμανικό κόσμο, αψηφώντας προειδοποίηση του Ατατούρκ ότι μια τέτοια παν-ισλαμική πολιτική θα υποσκάψει την ισχύ της Τουρκίας και θα εκθέσει τους Τούρκους στις αδηφάγες ξένες δυνάμεις. Ο όρος νεο-οθωμανισμός στην πραγματικότητα, χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά κατά τα τελευταία χρόνια της εξουσίας του Οζάλ.

Η… κάθοδος Ερντογάν

Οζάλ πέθανε ξαφνικά το 1993. Ακολούθησε μία δεκαετία της τουρκικής πολιτικής χωρίς συνοχή που χαρακτηρίστηκε από την ενίσχυση της διαφθοράς και της αναποτελεσματικότητας στη ληθαργική κοσμική ελίτ της χώρας. Το πεδίο ήταν ανοιχτό για τους ισλαμιστές οπαδούς του Ερντογάν που κέρδισαν ολοκληρωτική κοινοβουλευτική πλειοψηφία το 2002.
Ενώ Οζάλ προήλθε από το κεντροδεξιό Κόμμα της Μητέρας Πατρίδας, ο Ερντογάν ήρθε από το πιο ανοιχτά ισλαμικό Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης. Ο ίδιος ο Ερντογάν βεβαίως – και ορισμένοι από τους συμβούλους του – είχε μετριάσει τις απόψεις του όλα αυτά τα χρόνια.
Φυσικά, υπήρχαν πολλές παραλλαγές στην ισλαμική πολιτική σκέψη και την πολιτική στην Τουρκία μεταξύ Οζάλ και ο Ερντογάν, αλλά ένα πράγμα ήταν σαφές: Τόσο ο Οζάλ όσο και ο Ερντογάν ήταν οι πυλώνες της περιόδου. Σε κάθε περίπτωση, σε αντίθεση με οποιοδήποτε σημερινό ηγέτη στην Ευρώπη ή τις ΗΠΑ, ο Ερντογάν έχει στην πραγματικότητα ένα όραμα παρόμοιο με αυτό του Οζάλ, ένα όραμα για μεγαλύτερη περιθωριοποίηση του κεμαλισμού.
Σε αντίθεση με τον Ατατούρκ που έδινε έμφαση στον στρατό, ο Ερντογάν, όπως και Οζάλ, τονίζει την ήπια δύναμη των πολιτιστικών και οικονομικών δεσμών για να δημιουργήσει μία διακριτική εκδοχή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από τη Βόρεια Αφρική προς το ιρανικό οροπέδιο και την Κεντρική Ασία.
Σημειωτέον ότι κατά την ερμηνεία ενός από τους μεγαλύτερους μελετητές του Ισλάμ, του αείμνηστου Marshall GS Hodgson του Πανεπιστημίου του Σικάγο, η ισλαμική πίστη ήταν αρχικά η «θρησκεία εμπόρων», η οποία ένωσε τους οπαδούς της από όαση σε όαση, επιτρέποντας και την ηθική αντιμετώπιση. Κατά την ισλαμική ιστορία, οι αυθεντικές θρησκευτικές συνδέσεις σε όλη τη Μέση Ανατολή και τον Ινδικό Ωκεανό θα μπορούσαν- και το έκαναν – να οδηγήσουν σε ευεργετικές επιχειρηματικές διασυνδέσεις και πολιτική κηδεμονία. Αυτό είναι τόσο σχετικό με το σημερινό κόσμο, όσο και ο μεσαιωνισμός με τη Δύση.
Ο Ερντογάν συνειδητοποιεί τώρα ότι η προβολή της μετριοπαθούς μουσουλμανικής δύναμης της Τουρκίας σε όλη τη Μέση Ανατολή βρίθει απογοητευτικών περιπλοκών. Πράγματι, δεν είναι σαφές ότι η Τουρκία έχει ακόμη την πολιτική και στρατιωτική ικανότητα να πραγματοποιήσει αυτό το όραμα. Η Τουρκία μπορεί να καταβάλει δυνατές προσπάθειες για να αυξήσει τις εμπορικές της συναλλαγές με τους γείτονές της εξ Ανατολών, αλλά τα νούμερα ούτε καν πλησιάζουν τους μεγάλους όγκους συναλλαγών της Τουρκίας με την Ευρώπη, που τώρα βρίσκεται σε ύφεση.
Στην περιοχή του Καυκάσου και της Κεντρικής Ασίας, η Τουρκία απαιτεί επιρροή βασιζόμενη στη γεωγραφική και γλωσσική της συγγένεια. Ωστόσο, η Ρωσία του Πούτιν συνεχίζει να ασκεί σημαντική επιρροή στην περιοχή της Κεντρικής Ασίας και, μετά την εισβολή και τους επακόλουθους πολιτικούς ελιγμούς στη Γεωργία, έχει θέσει το Αζερμπαϊτζάν σε εξαιρετικά δύσκολη θέση.
Στη Μεσοποταμία, η επιρροή της Τουρκίας είναι απλά άνιση συγκριτικά με το Ιράν που βρίσκεται πολύ πιο κοντά. Στη Συρία, ο Ερντογάν και ο υπουργός Εξωτερικών, Αχμέτ Νταβούτογλου, σκέφτηκαν – εσφαλμένα, όπως αποδεικνύεται – ότι θα μπορούσαν να δημιουργήσουν μια μετριοπαθή ισλαμική αντιπολίτευση σουνιτών που θα αντικαθιστούσε τους Αλεβίτες του καθεστώτος του προέδρου Μπασάρ αλ Άσαντ. Και ενώ ο Ερντογάν έχει κερδίσει πόντους σε όλο τον ισλαμικό κόσμο για την αντιπαράθεσή του με το Ισραήλ, έμαθε ότι και αυτό έχει το τίμημά του: Τη βελτίωση των σχέσεων του Ισραήλ με την Ελλάδα και την Κύπρο, καθώς οι αντίπαλοι της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ανατολική Μεσόγειο συνεργάζονται στον τομέα των υδρογονανθράκων.
Η ρίζα του προβλήματος είναι εν μέρει γεωγραφική. Η Τουρκία αποτελεί μία οχυρή θέση με βουνά και οροπέδια, μία γέφυρα γης μεταξύ Βαλκανίων και Μέσης Ανατολής. Η τουρκική γλώσσα παράλληλα, δεν έχει πλέον το πλεονέκτημα της αραβικής γραφής, η οποία θα μπορούσε να δώσει μεγαλύτερη πολιτιστική επιρροή σε άλλα σημεία της Ανατολής. Το πιο σημαντικό όμως, είναι ότι η Τουρκία ταλαιπωρείται από το δικό της κουρδικό πληθυσμό, γεγονός που περιπλέκει τις προσπάθειες της να ασκήσει επιρροή σε γειτονικά κράτη της Μέσης Ανατολής.
Στα νοτιοανατολικά της Τουρκίας δημογραφικά κυριαρχούν οι Κούρδοι, οι οποίοι γειτνιάζουν με τεράστιες περιοχές Κούρδων στη Συρία, το Ιράκ και το Ιράν. Η συνεχιζόμενη διάλυση της Συρίας ελευθερώνει τους Κούρδους της περιοχής ώστε να ενωθούν με τους ριζοσπάστες Κούρδους της Ανατολίας, προκειμένου να υπονομεύσουν την Τουρκία.
Η de facto διάλυση του Ιράκ έχει αναγκάσει την Τουρκία να ακολουθήσει μια πολιτική εποικοδομητικής συγκράτησης με Κούρδους του βόρειου Ιράκ, εξέλιξη όμως, που υπονομεύει τις προσπάθειες της Τουρκίας να επηρεάσει το Ιράν. Η Τουρκία θέλει να επηρεάσει τη Μέση Ανατολή, αλλά το πρόβλημα είναι ότι σε μεγάλο βαθμό παραμένει μέρος της Μέσης Ανατολής και δεν μπορεί να απαγκιστρωθεί από την πολυπλοκότητα της περιοχής.
Ο Ερντογάν ξέρει ότι πρέπει να λύσει εν μέρει το εγχώριο κουρδικό πρόβλημα προκειμένου να αποκτήσει μεγαλύτερη ισχύ στην περιοχή. Έχει ακόμη αναφέρει την αραβική λέξη, βιλαέτι, που συνδέεται με την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Πρόκειται για ημι-αυτόνομες επαρχίες. Μία έννοια που θα μπορούσε να εναι το κλειδί για μία διευθέτηση τους Κούρδους, αλλά μπορεί επίσης να αναζωπυρώσει και τους αντιπάλους του Ερντογάν στο εσωτερικό της Τουρκίας.
Κατά συνέπεια, πρόκειται για ένα μεγάλο συμβολικό βήμα ώστε να εξουδετερώσει θεμελιωδώς την ίδια την ύπαρξη του Κεμαλισμού (η οποία δίνει έμφαση στην τουρκική Ανατολία). Δεδομένου όμως, έχει ήδη ευνουχίσει τον τουρκικό στρατό – κάτι που ελάχιστοι θεωρούσαν εφικτό πριν από μία δεκαετία – κανείς δεν πρέπει να υποτιμά τον Ερντογάν. Πρέπει να προσέχουμε τη φιλοδοξία του. Ενώ η δυτική ελίτ αναποτελεσματικά χλευάζει τον Πούτιν, ο Ερντογάν με ενθουσιασμό κρατά σημειώσεις κάθε φορά που οι δύο άνδρες συναντιούνται.  πηγη