Κυριακή, 19 Φεβρουαρίου 2012

Αρχεία Φόρειν Οφις – Ελλάδα 1981



Πριν από μερικές μέρες το βρετανικό υπουργείο Εξωτερικών αποχαρακτήρισε αρχεία που παρέμεναν απόρρητα για 30 χρόνια. Τα "αποδεσμευθέντα” έγγραφα του Φόρειν Οφις για άλλη μια φορά μας επιτρέπουν  να επιστρέψουμε σε σημαντικές περιόδους της πολιτικής, διπλωματικής και οικονομικής ιστορίας της χώρας μας και να αντιληφθούμε πώς αντιμετώπιζαν οι Βρετανοί διπλωμάτες και αξιωματούχοι την Ελλάδα. Το 1981,  εκτός από "χρονιά εκλογών” και Αλλαγής ήταν και "χρονιά ΕΟΚ” . Η τυπική ένταξη της Ελλάδας στην Κοινότητα έγινε την 1.1.81. Ενα άλλο χαρακτηριστικό της χρονιάς εκείνης είναι οι μακρές διαπραγματεύσεις για τη νέα ελληνοαμερικανική συμφωνία (βάσεις). "Σκληρές μάχες” για τα εθνικά θέματα δίνει η κυβέρνηση Παπανδρέου στο Λονδίνο (ΕΟΚ) και τις Βρυξέλλες (ΝΑΤΟ). Διπλωματικοί παρατηρητές στη βρετανική πρωτεύουσα παρατηρούσαν ότι στο Ευρωπαικό Συμβούλιο του Λονδίνου (26-27 Νοεμβρίου) έγιναν σαφείς οι νέες θέσεις της ελληνικής κυβέρνησης  όσον αφορά την πορεία της Ελλάδας μέσα στην Κοινότητα. Αμετακίνητη έμεινε στις Βρυξέλλες (8-10 Δεκεμβρίου) η ελληνική πλευρά στο αίτημα της να περιληφθεί στο κοινό ανακοινωθέν της Επιτροπής Αμυντικής Σχεδιάσεως της Συμμαχίας το θέμα της εγγυήσεως των ανατολικών συνόρων της Ελλάδας με την Τουρκία.  
  
Στο εσωτερικό οι προσπάθειες για συνεργασία στον κεντρώο χώρο έφεραν τα αντίθετα αποτελέσματα. Στις εκλογές της 18ης Οκτωβρίου πήραν μέρος περισσότερα κόμματα από αυτά που επεδίωκαν τη συνεργασία. Το αποτέλεσμα ήταν κανένα κόμμα να μην εκπροσωπείται στη νέα Βουλή. Καθοριστικές ήταν και για την Αριστερά οι εκλογές. Το ΚΚΕ ανέβασε ελάχιστα τα ποσοστά του και έμεινε μόνο στο κοινοβούλιο καθώς το ΚΚΕ (Εσ) έβγαλε μόνο ευρωβουλευτή (Κύρκος). Αντίθετα διασώθηκε η ΕΔΑ (Γλέζος). Η Νέα Δημοκρατία απόκτησε νέο αρχηγό  (Αβέρωφ –Τοσίτσας ). Παράλληλα στον οικονομικό τομέα η μάχη με το "μεγάλο εχθρό” – τον πληθωρισμό. Τέλος το 1981 σημαδεύτηκε από τους εμπρησμούς στα πολυκαταστήματα "Kλαουδάτος” και "Ατενέ” , και κυρίως από τις εκτεταμένες καταστροφές από τους ισχυρούς σεισμούς που έπληξαν τη χώρα με επίκεντρο την περιοχή του Κορινθιακού κόλπου. 


"Πρόβλημα ταυτότητας”
«Η εκλογή Ράλλη στην πρωθυπουργία ήταν έκπληξη – μια λογική όμως επιλογή. Η Νέα Δημοκρατία αντιμετωπίζει φέτος την πρόκληση της εκλογικής αναμέτρησης. Ο Ανδρέας Παπανδρέου επιδιώκει να δώσει τη εντύπωση ότι είναι περισσότερο μετριοπαθής. Το Κέντρο βρίσκεται σε αποσύνθεση. Η άκρα Δεξιά δεν συνιστά σοβαρή απειλή για την κυβέρνηση. Μια περίοδος έξι ετών μη ικανοποιητικής συμμετοχής στο ΝΑΤΟ έχει λήξει. Υπάρχουν προοπτικές για βελτίωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Στάσιμες οι σχέσεις με τη Σοβιετική Ενωση που σε μικρό βαθμό έχουν επηρεασθεί από τις εξελίξεις στο Αφγανιστάν. Από την άλλη μεριά καλλιεργούνται οι σχέσεις με τις γειτονικές Βαλκανικές χώρες. Η Ελλάδα γίνεται επίσημο μέλος της ΕΟΚ, έχοντας αναλάβει σταθερές πολιτικές δεσμεύσεις, χωρίς όμως να έχει προετοιμασθεί επαρκώς για την πλήρη ένταξη. Ο χρόνος που πέρασε δεν ήταν ικανοποιητικός για την ελληνική οικονομία, καλύτερος πάντως απ’ό,τι είχανε προβλέψει. Η ισχυρή στερλίνα έχει περιορίσει  την ανταγωνιστικότητα των βρετανικών εξαγωγών. Χάσαμε ένα σημαντικό συμβόλαιο αλλά πετύχαμε ορισμένες συμφωνίες στο δημόσιο τομέα. Εντονη κινητικότητα την περασμένη χρονιά – η πρωθυπουργός μαζί με 750 χιλιάδες Βρετανούς τουρίστες επισκέφθηκαν την Ελλάδα. Σε γενικές γραμμές οι σχέσεις μας με τη δέκατη χώρα μέλος της ΕΟΚ είναι καλές» (FCO9/3174, 23 Ιανουαρίου 1981). 
Τα παραπάνω είναι τα σημαντικότερα σημεία της έκθεσης του Βρετανού πρέσβη στην Αθήνα Ιαν Σάδερλαντ για την Ελλάδα που κυκλοφόρησε στο Φόρειν Οφις στα τέλη Ιανουαρίου του 1981. O Σάδερλαντ εκτιμούσε ότι η ελληνική κοινωνία είχε πρόβλημα ταυτότητας σε ό,τι αφορούσε τις σχέσεις της με τη Δύση. Παράλληλα επισήμαινε στην έκθεση του ότι η αντίληψη των χωρών της Δύσης για τη νεώτερη Ελλάδα  μετά την πλήρη προσχώρηση στην ΕΟΚ και την επανένταξη στο ΝΑΤΟ ήταν συχνά "νεφελώδης” κι αυτό λόγω της επίδρασης του ένδοξου κλασσικού παρελθόντος. «Οι Ελληνες που  είναι αδιόρθωτα ρομαντικοί και επιδέξιοι  στην προπαγάνδα, χωρίς καμία αμφιβολία θα συνεχίσουν να προάγουν την ιδέα ενός εξαιρετικού ελληνικού πεπρωμένου», γράφει χαρακτηριστικά ο Σάδερλαντ. 
Το ΠΑΣΟΚ  στην εξουσία
Εννέα μήνες αργότερα και μετά τη θριαμβευτική νίκη του ΠΑΣΟΚ υπό τον Ανδρέα Παπανδρέου  στις εκλογές τις 18ης Οκτωβρίου το Φόρειν Οφις εκτιμούσε ότι:
«Τα επόμενα λίγα  χρόνια θα δείξουν αν η σχετική σταθερότητα που πέτυχε η Νέα Δημοκρατία την περίοδο 1974-1981 δεν ήταν παρά μόνο μια παροδική ανάπαυλα στη θυελλώδη πολιτική ιστορία της Ελλάδας.  Η επάνοδος στον κανόνα της πολιτικής αστάθειας συνιστά πραγματικό κίνδυνο. Και ούτε θα πρέπει να αποκλείεται ο κίνδυνος του πραξικοπήματος αν ο Παπανδρέου με την πολιτική του προκαλέσει τους  στρατιωτικούς. Είναι σημαντικό να παρακολουθήσουμε προσεκτικά μέχρι ποιό βαθμό ο Παπανδρέου είναι έτοιμος να ισορροπήσει την πολιτική του ώστε να εξυπηρετήσει τις βασικές ανάγκες από τη συμμετοχή της χώρας στην ΕΟΚ και στο ΝΑΤΟ. Επίσης θα πρέπει να προσέξουμε αν η έκταση των μεταρρυθμίσεων και των άλλαγών που προτείνει ανταποκρίνονται στη συμμετοχή αυτή, καθώς και τις αντιδράσεις του κόσμου στην Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό που θα επηρεασθεί από την πολιτική του ΠΑΣΟΚ. Αυτοί οι παράγοντες θα καθορίσουν αν η άποψη του Παπανδρέου ότι η Ελλάδα έχει περισσότερα κοινά χαρακτηριστικά με τις ανταπτύσσομενες χώρες που ανήκουν στην ομάδα των αδεσμεύτων θα επικρατήσει έναντι του οράματος του Καραμανλή και των διαδόχων του για μια Ελλάδα η οποία, παρά το χαμηλό επίπεδο οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης , πρέπει να είναι αναπόσπαστο τμήμα της Δύσης» (FCO9/3177, 19 Οκτωβρίου 1981) .   
Στη σχετική εγκύκλιο του βρετανικού υπουργείου των Εξωτερικών επισημαίνεται ότι το ΠΑΣΟΚ ήταν κυρίως δημιούργημα του Ανδρέα Παπανδρέου ενώ, σύμφωνα πάντα με τους μανδαρίνους  του Φόρειν Οφις ,  η  σταδιοδρομία του προέδρου του κινήματος δεν ενέπνεε καμία εμπιστοσύνη ότι η πολιτική της ελληνικής κυβέρνησης στο εσωτερικό της χώρας η στις σχέσεις της με το εξωτερικό  θα έλαμβανε μια λογική και προβλέψιμη μορφή. Διαβάζουμε για τον αρχηγό του ΠΑΣΟΚ:
«Η αλλοπρόσαλλη συμεριφορά του ήταν μια σημαντική αιτία για την πτώση της κυβέρνησης του πατέρα του το 1965 και συνέτεινε στη συνταγματική κρίση πριν από το πραξικόπημα του Απριλίου του 1967. Τα λαικίστικα συνθήματά του στηρίζονται σε μια απλοική αντίληψη των διεθνών σχέσεων. Η πολύχρονη παραμονή του στις ΗΠΑ τού έχει προκαλέσει μια παράδοξη απέχθεια για τη χώρα που τον υιοθέτησε, ενώ ο εθνικισμός του λαμβάνει υπερβολικές διαστάσεις σε σχέση με τους Τούρκους και με ό,τιδήποτε έχει να κάνει με την Τουρκία» (FCO9/3177, 19 Οκτωβρίου 1981).  
Οι λόγοι για την εκλογική νίκη του ΠΑΣΟΚ 
Κατά τον Σάδερλαντ τα αίτια για το θρίαμβο του ΠΑΣΟΚ  θα έπρεπε να αναζητηθούν  στον άκαμπτο διαχωρισμό μεταξύ της κομμουνιστικής αριστεράς και της εθνικιστικής δεξιάς μετά  τον εμφύλιο πόλεμο – «ο διαχωρισμός αυτός δεν επέτρεψε την ανάπτυξη ενός σοσιαλιστικού κινήματος» -  στη δικτατορία των συνταγματαρχών – «που απέβαλε τη μούχλα και έκανε το ριζοσπαστισμό σεβαστό» - στην αστικοποίηση, στη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου και στην ανάπτυξη των ΜΜΕ. Ολα αυτά περιόρισαν την αίγλη των παραδοσιακών ελληνικών κομμάτων. Το ΠΑΣΟΚ,  υπογραμμίζει ο Βρετανός πρέσβης, εκμεταλλεύθηκε το νέο κλίμα με τη βοήθεια της ακτινοβολίας της προσωπικότητας του Ανδρέα Παπανδρέου, της ευρείας οργάνωσης του κόμματος, και μίας μορφής σοσιαλισμού με βασικά χαρακτηριστικά το λαικισμό και τον εθνικισμό.  Ο σοσιαλισμός αυτός ήταν ελκυστικός σε ένα ευρύ φάσμα κοινωνικών ομάδων. Οσον αφορά τη ΝΔ, ο Σάδερλαντ εκτιμούσε ότι  η αποτυχία της στις εκλογές ήταν αποτέλεσμα της έλλειψης προσωπικής αίγλης από την πλευρά του αρχηγού της,  των εσωκομματικών διαφορών, της οικονομικής ύφεσης, της έκδηλης αποτυχία της κυβέρνησης Ράλλη να αναμορφώσει τις δημόσιες υπηρεσίες και να αποδεσμευθεί από τις παλαιού τύπου πελατειακές σχέσεις που χαρακτήριζαν την ελληνική πολιτική ζωή (FCO9/3178, 28 Οκτωβρίου 1981).
Συμπερασματικά ο Σάδερλαντ κατέληγε: Στην προεκλογική εκστρατεία κυριάρχησε  η προσωπικότητα του Παπανδρέου. Η προσπάθεια της ΝΔ  να εκφοβίσει τους μετριοπαθείς ψηφοφόρους χαρακτηρίζοντας  παράτολμη την εξωτερική πολιτική και  απειλή για τις προσωπικές ελευθερίες τη στρατηγική του ΠΑΣΟΚ είχε αποτύχει. Η επιθυμία για αλλαγή ήταν αναμφισβήτητη. Με το σχηματισμό της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ το πολιτικό σκηνικό μεταμορφώθηκε. Επρόκειτο για την πρώτη αριστερή κυβέρνηση στη σύγχρονη ελληνική ιστορία που υποσχόταν ριζοσπαστικές αλλαγές στην ελληνική κοινωνία. To ΠΑΣΟΚ, κι αυτό ήταν ανησυχητικό, εξαρτιόταν από τον Ανδρέα Παπανδρέου, ο σοσιαλισμός όμως είχε έρθει για να παραμείνει στην Ελλάδα. Η συντηρητική παράταξη ηττήθηκε αλλά δεν είχε εκλείψει. Θα επανερχόταν στο πολιτικό προσκήνιο  εφόσον πρώτα ανανέωνε τον εαυτό της (FCO9/3178, 28 Οκτωβρίου, 1981).                                                     
Πελατειακές σχέσεις – διαφθορά
Πριν από τριάντα χρόνια η Διεύθυνση Νότιας Ευρώπης του βρετανικού υπουργείου των Εξωτερικών αναρωτιόταν αν το πολιτικό κατεστημένο στην Ελλάδα - που τότε εκπροσωπούσε το κόμμα  της Νέας Δημοκρατίας - όπως εκτιμούσε το Φόρειν Οφις - είχε καταστεί ανεπανόρθωτα αναποτελεσματικό και διεφθαρμένο με αποτέλεσμα μια νέα κυβέρνηση της Δεξιάς να μην ήταν σε θέση να προβεί στις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις ώστε η χώρα να καταστεί ανταγωνιστική στον οικονομικό τομέα και να εξελιχθεί πολιτικά.
«Ρωτάτε αν ικανός αριθμός ψηφοφόρων μπορεί να αποδεχθεί την άποψη ότι ο Ανδρέας Παπανδρέου με το προσωπείο του ρεαλιστή  μεταρρυθμιστή είναι πολύ πιθανό να είναι ο επόμενος νικητής των εκλογών», διαβάζουμε στη σχετική έκθεση του Ιαν Σάδερλαντ (FCO9/3176, 27 Ιανουαρίου 1981). Σύμφωνα με τον Βρετανό πρέσβη στην Αθήνα – η αναποτελεσματικότητα, η διαφθορά, η γραφειοκρατία και η κομματικοποίηση της δημόσιας δίοικησης αλλά και η αδυναμία της κυβέρνησης να ανταποκριθεί στο αίτημα για μεταρρυθμίσεις ήταν βασικά χαρακτηριστικά του  πολιτικού συστήματος. 
«Εχω αμφιβολίες για τις ικανότητες του ΠΑΣΟΚ να προχωρήσει στην ανανέωση της δίοικησης και της κρατικής μηχανικής», σημείωνε στην έκθεση για τις πολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα ο Βρετανός πρέσβης (FCO9/3176, 27 Ιανουαρίου 1981). Η "πολιτικοποίηση” της δημόσιας δίοικησης ήταν ένα απο τα προαπαιτούμενα για την "ἐπιβίωση” του ΠΑΣΟΚ και για την αποτελεσματικότητα μιας μελλοντικής κυβέρνησης υπό τον Ανδρέα Παπανδρέου, εκτιμούσε ο Σάδερλαντ στις αρχές του 1981. Οι προτάσεις του ΠΑΣΟΚ για την αποκέντρωση, την αναδιοργάνωση της τοπικής αυτοδίοικης και τις εθνικοποιήσεις ήταν πολύ πιθανό να είχαν ως αποτέλεσμα την  αδικαιλόγητη αύξηση του αριθμού των δημοσίων υπαλλήλων. Από την άλλη μεριά ήταν πολύ δύσκολο να ανέμενε κανείς ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις από τη μεριά της κυβέρνησης της Ν.Δ. «Η πολύχρονη παραμονή στην εξουσία έχει διαβρώσει τη βούληση για τη βελτίωση της καθεστηκύιας τάξης – βούληση που ήταν τόσο έκδηλη μετά την πτώση της δικτατορίας», υπογράμμιζε ο Σάδερλαντ. Οι  προσπάθειες για μεταρρυθμίσεις στην ανώτατη παιδεία, στις κοινωνικές υπηρεσίες και στην υγεία αποδείχθηκαν αναποτελεσματικές. Γράφει ο Σάδερλαντ για την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας:
«Οι περισσότερο δυναμικοί υπουργοί, όπως ο Μάνος, ο Ανδριανόπουλος και ο Δοξιάδης θα ήθελαν να δούν τις αλλαγές να προχωρούν με γοργότερο ρυθμό. Ο Ράλλης , ο οποίος ανήκει στην αριστερή ανεωτική πτέρυγα είναι πρόθυμος να τους ακούσει και εκτιμώ ότι θα ήθελε να ήταν σε θέση να προχωρήσει γρηγορότερα απ’ό,τι το επιτρέπει η κρατική μηχανή που τρίζει. Ο Ράλλης όμως είναι ένα πολιτικό ζώο και δεν πρόκειται να υποστηρίξει τις μεταρρυθμίσεις αν αυτό θα σήμαινε την απώλεια της δεξιάς πτέρυγας του κόμματος».
Αποδεχόταν λοιπόν ο Σάρελαντ την άποψη ότι η πολυετής παραμονή στην εξουσία του κόμματος της ΝΔ είχε ως συνέπεια η δημόσια δίοικηση και οι  θεσμοί στην Ελλάδα να πάσχουν  "εν μέρει  από αρτηριοσκλήρωση”. Απέρριπτε όμως ο Βρετανός πρέσβης την εκτίμηση ότι η χώρα υπό την ηγεσία της ΝΔ ήταν καταδικασμένη σε οικονομική και πολιτική αποτελμάτωση. «Δεν μπορώ να δεχθώ ότι η αρτηριοσκλήρωση θα οδηγήσει απαραίτητα στην απόρριψη της Νέας Δημοκρατίας από το εκλογικό σώμα προς όφελος ενός "πραγματιστή” Παπανδρέου» - σημειώνει ο Bρετανός διπλωμάτης. 
Ενα άλλο χαρακτηριστικό της ελληνικής πολιτικής ζωής ήταν το "ρουσφέτι”. «Οπως μπορούν να αποδείξουν και οι ανθρωπολόγοι πρόκειται για ένα φαινόμενο βαθειά ριζωμένο στην ελληνική κοινωνία και εξυπηρετεί ένα κοινωνικό σκοπό στο βαθμό που η δημόσια δίοικηση δεν αντιμετωπίζει με ταχύτητα και αμεροληψία τις ανάγκες των πολιτών». Υπήρχαν εμφανή φαινόμενα διαφθοράς σε ορισμένα μάλιστα από τα οποία ενέχοντο και υπουργοί. «Δεν έχω όμως τη εντύπωση ότι η διαφθορά είναι εκτεταμένη και ότι η υπόληψη της κυβέρνησης έχει επηρεασθεί απ΄αυτή. Οι Eλληνες ψηφοφόροι έχουν την τάση να θεωρούν τη μικρή ή τη μεγάλη διαφθορά σαν ένα αναπόφευκτο μέρος της πολιτικής και κοινωνικής σκηνής. Αυτοί που σκέπτονται ορθά – εκτός από τους ενεργούς οπαδούς και τους αγαθούς – δεν αναμένουν μια κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ  να είναι πολύ περισσότερο διαφορετική»
Σύμφωνα με τον Ιαν Σάδερλαντ πάντως η αναποτελεσματικότητα της δημόσιας δίοικησης και η διαφθορά δεν παρεμπόδισαν τη μεταμόρφωση της ελληνικής κοινωνίας. «Το κατα κεφαλή ΑΕΠ από $582 το 1962 αυξήθηκε στα $ 1474 το 1979 (με σταθερές τιμές του 1970). Γι’ αυτό ακριβώς το λόγο, αμφιβάλλω αν η αναποτελεσμαστικότητα και η διαφθορά είναι σε τέτοιο βαθμό ριζωμένα στην ελληνική κοινωνία και τόσο επιβλαβή φαινόμενα ώστε να παρεμποδίζουν την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας στη διεθνή σκηνή» (FCO9/3176, 27 Ιανουαρίου 1981).
Στέφανος Μάνος – ΔΕΗ
Τη χρονιά εκείνη ο Στέφανος Μάνος υπουργός Βιομηχανίας και Ενέργειας στην κυβέρνηση Ράλλη δεχόταν πιέσεις από το ίδιο του κόμμα για τους "φουσκωμένους” λογαριασμούς της ΔΕΗ. Στους επικριτές του ο κ. Μάνος υπογράμμιζε ότι λογω της "κοινωνικής” πολιτικής που ασκούσε η ΔΕΗ δεν αυξανόταν η τιμή του ρεύματος με αποτέλεσμα να παρουσιάζει έλλειμμα ύψους 5 δισεκατομμυρίων δραχμών. Αν η ΔΕΗ  συνέχιζε την ίδια πολιτική δεν θα μπορούσε να κάνει επενδύσεις. Ο Μάνος δήλωνε κατηγορηματικά ότι οι λογαρισμοί που είχαν εκδοθεί θα έπρεπε να πληρωθούν από τους καταναλωτές γιατί οι αυξήσεις ήταν νόμιμες. Γράφει σχετικά ο Λουέλιν-Σμιθ, σύμβουλος και γενικός πρόξενος στη βρετανική πρεσβεία στην Αθήνα:
 «Από τότε που ανέλαβε το υπουργείο Βιομηχανίας και Ενέργειας ο Μάνος έχει
επιδείξει μεγάλη ενεργητικότητα και ένα πνεύμα οικονομικού ρεαλισμού ώστε η ΔΕΗ  και το καταναλωτικό κοινό να αντιληφθούν την πραγματικότητα. Υποστήριξε τη δίοικηση της ΔΕΗ  να προχωρήσει στην αύξηση των τιμών. Μολονότι κυκλοφορούσαν φήμες την περασμένη εβδομάδα ότι θα υποχρεωνόταν σε παραίτηση , την τελευταία φορά που είδε τον πρέσβη φάνηκε ότι δεν ανησυχεί από την πολιτική κατακραυγή και είναι βέβαιος ότι θα παραμείνει στη θέση του. Εκτιμώ ότι έχει την εμπιστοσύνη του πρωθυπουργού Ράλλη. Δέχεται εν τούτοις ο Μάνος πιέσεις από βουλευτές της ΝΔ που θα προτιμούσαν να αυξηθεί περαιτέρω το έλλειμμα της ΔΕΗ αντί το κόστος να το επωμισθεί ο καταναλωτής πριν από τις εκλογές» (FCO9/3176, 27 Φεβρουαρίου 1981).
Στην αναφορά του προς το Φόρειν Οφις ο Λουέλιν –Σμιθ τονίζει ότι η πολιτική τύχη του Στέφανου Μάνου θα ήταν μια καλή ένδειξη για το πόσο σοβαρά αντιμετώπιζε η κυβέρνηση Ράλλη ή αυτή που θα την διαδεχόταν το πρόβλημα του εκσυγχρονισμού της ελληνικής οικονομίας.  
Ο μεγάλος σεισμός και η ξένη βοήθεια
Στις 22:53 της 24ης Φεβρουαρίου έγινε σεισμός μεγάθους 6,7 Ρίχτερ στον κόλπο των Αλκυονίδων νήσων που ακολούθησε από ισχυρό μετασεισμό μεγέθους 6,4 Ρίχτερ στις 04:36 τα ξημερώματα τις 25ης Φεβριουαρίου. Ο μεγάλος σεισμός έγινε ιδιαίτερα αισθητός στην Κορινθία, την Αττική, τη Βοιωρία, την Εύβοια και τη Φθίωτιδα.   «Σύμφωνα με την κυβέρνηση αποτέλεσμα αυτή της καταστροφής είναι 22 νεκροί, 80.000 άστεγοι και οι υλικές ζημιές ύψους 40 δισεκατομμυρίων δραχμών» ,  διαβάζουμε σε επιστολή του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού (FCO9/3196, 3 Απριλίου 1981).     
«Η γενική γραμματεία του ΝΑΤΟ μας απέστειλε το αίτημα της ελληνικής κυβέρνησης για την παροχή 3.000 σκηνών για τους άστεγους» , γράφει ο Ρότζερ Μάρτιν της Διεύθυνσης Νότιας Ευρώπης. Στην αναφορά του πρός τον προιστάμενό του Τίμοθι Ντοντ, ο Μάρτιν συνιστούσε να δωθούν στην Ελλάδα 250 αντίσκηνα αξίας  £50.000 ενώ επεσήμαινε ότι (FCO9/3196, 3 Μαρτίου 1981):
«Η αδέξια αντιμετώπιση από την πλευρά της κυβέρνησης των προβλημάτων που προέκυψαν από τους σεισμούς στην Ιταλία προκάλεσε πολύ μεγάλο εσωτερικό πολιτικό ζήτημα. Αυτό μπορεί να συμβεί και στην Ελλάδα, σε μια χρονία μάλιστα εκλογών. Η αξιωματική αντιπολίτευση, το ΠΑΣΟΚ, με ιδιαίτερο ζήλο θα θελήσει να εκμεταλλευθεί οποιαδήποτε αποτυχία από  την πλευρά της Δύσης (ΕΟΚ , ΝΑΤΟ) να δωθεί βοήθεια στην Ελλάδα την ώρα της ανάγκης».
Τις παραλείψεις της κυβέρνησης Ράλλη, την έλλειψη  προγραμματισμού και συντονισμού, την γραφειοκτατία αλλά και τη μεγάλη συμβολή των ενόπλων δυνάμεων και δημοσίων λειτουργών στο δύσκολο έργο της διάδωσης των θυμάτων των σεισμών υπογράμμιζε ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ  Ανδρέας Παπανδρέου. Γράφει ο Λουέλιν –Σμιθ (FCO9/3196, 13 Μαρτίου 1981):
«Στα αρχικά στάδια ο συντονισμός και τα μέτρα παροχής βοήθειας σε εθνικό και τοπικό επίπεδο  ήταν πλημελή – απόδειξη ότι δεν υπήρχαν σχέδια για απρόβλεπτα γεγονότα. Πάντως δεν έχουμε ενδείξεις για δημόσια κατακραυγή όπως αυτή που επακολούθησε τους σεισμούς στην Ιταλία πέρυσι».  
Η δεύτερη γραμματέας της βρετανικής πρεβείας στην Αθήνα Λιν Πάρκερ πληροφορεί το Φόρειν Οφις ότι η Αμερικανική πρεσβεία είχε αποφασίσει να μη στηρίξει το αίτημα της κυβέρνησης για την παροχή – «επιπλέον 1.000 οικογενειακών σκηνών εκτός από τις 694 σκηνές διαφορετικού μεγέθους που έχει  ήδη δώσει η αμερικανική πλερά». Ο εμπορικός ακόλουθος της αμερικανικής πρεσβείας Σαμ Φρόνοβιτζ θεωρούσε ότι το ελληνικό αίτημα βασιζόταν στην εκτίμηση ότι σε κάθε  σκηνή μπορούσαν να χωρέσουν μόνο τέσσερα άτομα  ενώ στην πραγματικότητα σε πολλές σκηνές υπήρχε χώρος για έξι η ακόμη και για οκτώ ανθρώπους. Γράφει η Πάρκερ (FCO9/3196, 1 Απριλίου 1981):
«Είναι σαφές από τις περιγραφές του Φρόνοβιτζ ότι οι Αμερικανοί έχουν μεγαλύτερη ανάμιξη απ΄ό,τι εμείς στα σχἐδια της ελληνικής κυβέρνησης για την παροχή βοήθειας στους σεισμοπαθείς. Πιστεύει  όμως ότι η στενή σχέση με το υπουργείο Κοινωνικών Υπηρεσιών δεν είναι αναγκαία επωφελής. Δεν είναι ποτέ ξεκάθαρο, κατά τον Φρόνοβιτς, αν κάποιο συγκεκριμένο αίτημα είναι μόνο μια "κραυγή καρδιάς” από κάποιον ταλαιπωρημένο και ιδαίτερα πιεσμένο χαμηλόβαθμο αξιωματούχο, ή αν είναι ένα γνήσιο αίτημα της ελληνικής  κυβέρνησης».            
H Νέα Δημοκρατία σε αποσύνθεση
Η κρίση στους κόλπους  της ΝΔ με αφορμή την αύξηση ή όχι του αριθμού των υποψηφίων βουλευτών ήταν το κορυφαίο πολιτικό γεγονός του πρώτου δεκαήμερου του Απριλίου του 1981. Η βρετανική πρεσβεία στην Αθήνα εκτιμούσε ότι το βέβαιο ήταν πως η κρίση αυτή θα είχε σοβαρές επιπτώσεις στην περαιτἐρω πορεία του κυβερνώντος κόμματος. Τα αίτια της κρίσης συνδέονταν με το στοιχείο της διεύρυνσης που από την αρχή δεν είχε γίνει ποτέ ευπρόσδεκτη δεκτή από τον κορμό των παραδοσιακών δεξιών του κόμματος και της κυβέρνησης . Γράφει ο Λουέλιν –Σμίθ απευθυνόμενος στον Τίμοθι Ντόντ της Διεύθυνσης Νότιας Ευρώπης:
«Οπως σας έχω εξηγήσει στο προηγούμενο τηλεγράφημά μου η κρίση πηγάζει από τις επιπτώσεις που έχει ο σημερινός εκλογικός νόμος στη στρατηγική της ΝΔ για επέκταση στον κεντρώο χώρο της ελληνικής πολιτικής ζωής. Δεν είναι φρόνιμο το κόμμα να επιδιώκει να κερδίσει μέρος του Κέντρου αν δεν έχει να προτείνει καλούς κεντρώους υποψηφίους. (Στην ελληνική περίπτωση αυτό σημαίνει κυρίως άνδρες - υποψηφίους με φιλελεύθερες αντιλήψεις που έχουν σημαντική επιρροή σε τοπικό επίπεδο και που μπορούν να ενίσχυσουν το κόμμα με μεγάλο αριθμό προσωπικών ψήφων). Το πρόβλημα είναι περισσότερο έντονο στις μικρές εκλογικές περιφέρειες , ειδικότερα σ΄ἀυτές που η ΝΔ κατέχει όλες τις έδρες» (FCO9/3176, 14 Απριλίου 1981). 
Σύμφωνα με τον Τίμοθι  Ντοντ η κρίση στους κόλπους  του κυβερνώντος κόμματος έθετε σε αμφισβήτηση το καλό όνομα του Γεωργίου Ράλλη –  «ως πρωθυπουργού με ηγετικές ικανότητες , κάτι που ο ίδιος είχε επιδιώξει να το πετύχει». Παράλληλα η εσωτερική διαμάχη στη ΝΔ έδειχνε για άλλη μία φορά τη σπουδαιότητα που απέδιδαν και τα δύο μεγάλα κόμματα στον κεντρώο χώρο, ιδίως σε περιόδους  στις οποίες γίνονταν προσπάθειες για τη διατήρηση ευρύτερων συμμαχιών. «Θα είναι ενδιαφέρον να δούμε αν ο Ανδρέας Παπανδρέου θα αντιμετωπίσει παρεμφερή προβλήματα», σημειώνει ο Τίμοθι Ντοντ της Διεύθυνσης Νότιας Ευρώπης (FCO9/3176, 24 Απριλίου 1981). 
Νίκη του Μιττεράν – Αντιδράσεις  
«Κυριαρχεί το συναίσθημα σε ανώτατα στελέχη της ΝΔ που γνωρίζουν πολύ καλά την ειδική σχέση του Ζισκάρ με τον Καραμανλή ότι η Ελλάδα και η παρούσα κυβέρνηση έχουν χάσει ένα φίλο. Αντίθετα στους κόλπους του ΠΑΣΟΚ  επικρατεί ιδιαίτερη ικανοποίηση. Οι περισσότεροι παρατηρητές έχουν τη γνώμη ότι η νίκη του Μιττεράν αυξάνει τις εκλογικές πιθανότητες  του ΠΑΣΟΚ έναντι της ΝΔ επειδή δείχνει ότι η αριστερά μπορεί να υπερισχύσει μετά από μια μεγάλη περίοδο συντηρητικών κυβερνήσεων. Αν η άποψη αυτή είναι ορθή θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από την πολιτική που θα ακολουθήσει ο Μιττεράν και από τις σχέσεις του με τους κομμουνιστές» (FCO9/3176, 15 Μαίου 1981).
Τα παραπάνω επισημαίνονται σε τηλέγραφημα της βρετανικής πρεσβείας  της Αθήνας προς το βρετανικό υπουργείο των Εξωτερικών. Είχε σταλεί την ημέρα που ανακηρύχθηκε επίσημα πρόεδρος της Γαλλικής Δημοκρατίας ο σοσιαλιστής ηγέτης Φρανσουά Μιττεράν από το Συταγματικό Συμβούλιο της χώρας.   
«Η συμμετοχή των κομμουνιστών στη γαλλική κυβέρνηση, αν πραγματοποιηθεί, θα δώσει στη ΝΔ ένα χρήσιμο όπλο για να καταφερθεί εναντίον του ΠΑΣΟΚ. Εκτιμώ όμως ότι εφόσον ο Μιττεράν δεν αντιμετωπίσει σοβαρές δυσχέρειες  από τώρα μέχρι το φθινόπωρο, τότε είναι πιθανό η νίκη  του να βοηθήσει το ΠΑΣΟΚ. Υπάρχουν συρμοί στις εκλογές και υπάρχει το στοιχείο της συνάρτησης στις ελληνικές υποθέσεις. Ο καθηγητής Σιμίτης, στο παρελθόν ο κύριος οικονομικός σύμβουλος του  Παπανδρέου, μου είπε χθες ότι η νίκη του Μιττεράν δείχνει ότι η αλλαγή είναι δυνατή και ότι το κλίμα είναι ευνοικό για την "αλλαγή”. Ο Ανδρέας Παπανδρέου πρέπει να είναι ευχαριστημένος με τα νέα από τη Γαλλία», καταλήγει στην αναφορά του για την πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα ο Βρετανός πρέσβης Ιαν Σάδερλαντ (FCO9/3176, 12 Μαίου 1981).  
Εκρηξη βόμβας στο Βρετανικό Συμβούλιο
Στις 27 Μαίου σημειώθηκε έκρηξη βόμβας στο Βρετανικό Συμβούλιο στη Θεσσαλονίνη ως ένδειξη συμπαράστασης στους αγωνιστές του ΙΡΑ. Την ευθύνη ανέλαβε ο Λαικός Επαναστατικός Αγώνας (ΛΕΑ). Οπως επισημαίνει ο Βρετανός πρέσβης η βομβιστική επίθεση έγινε –«και ως ένδειξη διαμαρτυρίας για την ανεπαρκή κάλυψη από τον ελληνικό τύπο της υπόθεσης που αφορούσε την φυλάκιση ορισμένων ελλήνων τρομοκρατών» (FCO9/3197, 29 Μαίου 1981).
Σύμφωνα με τον Σάδερλαντ οι ζημιές ήταν μικρές και μολονότι είχε το δικαίωμα να ζητήσει αποζημίωση από τις ελληνικές αρχές , το Φόρειν Οφις εκτίμησε ότι δεν άξιζε τον κόπο (FCO9/3197, 18 Ιουνίου 1981). Παράλληλα η Διεύθυνση Νότιας Ευρώπης επισημαίνει ότι θα ήταν δύσκολο  να αποδεχθεί την πρόταση της Βρετανικής πρεσβείας στην Αθήνα να σταλεί από το Λονδίνο ιατροδικαστής για να συμμετέχει στις σχετικές έρευνες. Θα έπερπε πρώτα να προηγηθεί επίσημο αίτημα από την πλευρά της ελληνικής κυβέρνησης διαφορετικά υπήρχε κίνδυνος –«να θεωρηθεί ότι δεν υπήρχε εμπιστοσύνη στη ικανότητα της ελληνικής αστυνομίας». Και το σημαντίκοτερο αν το αίτημα προερχόταν από την πλευρά της πρεσβείας – «αυτό θα σήμαινε ότι όλα τα έξοδα της αποστολής θα τα επωμιζόταν το Φόρειν Οφις» (FCO9/3197, 26 Αυγούστου 1981).                        
Απόπειρα πραξικοπήματος
Στις 2 Ιουνίου 1981, το βράδυ, ο βουλευτής Ηρακλείου της ΕΔΗΚ Κωνσταντίνος Μπαντουβάς με επερώτηση του κατήγγειλε ότι πραξικόπημα που είχε οργανωθεί από απόστρατους και από εν ενεργεία αξιωματικούς ματαιώθηκε την τελευταία στιγμή στις 9 μ.μ. την προηγουμένη της σύγκλησης της Βουλής. Σημειώνουμε ότι πριν το θέμα έρθει προς συζήτηση στην ολομέλεια είχε προηγηθεί άσκηση στρατιωτικών μονάδων στο λεκανοπέδιο της Αττικής.       
«Οι φήμες είχαν σχέση με την άσκηση ετοιμότητας των ενόπλων δυνάμεων», διαβάζουμε στην αναφορά του Λουέλιν-Σμιθ (FCO9/3176, 4 Ιουνίου 1981). Ο Βρετανός διπλωμάτης πληροφορεί το Φόρειν Οφις ότι σύμφωνα με τον Μπαντούβα   είχε καταρτισθεί σχέδιο απαγωγής της πολιτικής και μέρους της στρατιωτικής ηγεσίας της χώρας. Ο βουλευτής Ηρακλείου υποστήριξε ότι οι οργανωτές αποφάσισαν τη ματαίωση του σχεδίου λόγω υποψιών για διαρροή της πληροφορίας. Στη συνέχεια ο Μπαντιουβάς κατηγόρησε τη ΝΔ είχε αποτύχει να εκκαθαρίσει τις Ενοπλες Δυνάμεις από τα φιλοχουντικά στοιχεία. Ο υπουργός Αμυνας Ευάγγελος Αβέρωφ απαντώντας με δηλώσεις του υπογράμμισε ότι η κατάσταση ήταν υπό έλεγχο απέφυγε όμως να ξεκαθαρίσει ευθέως αν έγινε ή οχι συνωμοτική κίνηση. Στην αναφορά του ο Λουέλιν –Σμιθ επισημαίνει :
«Ο Αβέρωφ σε συνομιλία του με τον πρέσβη ήταν απορριπτικός όσον αφορά την εκδοχή του πραξικοπήματος. Ο Μπαντουβάς έχει τη φήμη ότι διασπείρει παράλογες και αβάσιμες φήμες. Κατά τα φαινόμενα δεν υπήρχε σοβαρή απειλή για   την καθεστηκύια τάξη. Οι παρατηρήσεις  όμως του Μητσοτάκη στην Ενωση Ξένων Ανταποκριτών στις 3 Ιουνίο ότι η υπόθεση δεν ήταν τίποτα περισσότερο από "συζήτηση καφενείου” μεταξύ ορισμένων απόστρατων αξιωματικών μας κάνει να πιστεύουμε ότι δεν θα πρέπει να απορρίψουμε την εκδοχή της απόπειρας πραξικοπήματος ως εξ ολοκλήρου μιας πλαστής ιστορίας. Ο Μητσοτάκης πρόσθεσε ότι δεν έγινε απόπειρα παρενόχλησης της δημόσιας τάξης και ότι το ζήτημα θα είχε αποφευχθεί αν γινόταν αποδεκτό στη Βουλή νομοσχέδιο που εξασφάλιζε την εσωτερική-εξορία των απόστρατων αξιωματικών κι άλλων που συνιστούσαν κίνδυνο για την έννομο τάξη» (FCO9/3176, 4 Ιουνίου 1981).  
"Σήριαλ κινδυνολογίας” με στόχο τις εκλογές είχε χαρακτηρίσει τότε ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης Ανδρέας Παπανδρέου την έγγραφη πολυσέλιδη απάντηση του Αβέρωφ προς τον Μπαντουβά. Ο υπουργός Αμυνας είχε τελικά δεχθεί ότι υπήρξε κίνηση αποστράτων η οποία ανεστάλη ύστερα από τη λήψη μέτρων.
Μετά την περάτωση της συνεδρίας της Βουλής και τις εξηγήσεις που έδωσε ο Ευάγγελος Αβέρωφ, ο Λουέλιν-Σμιθ σε έκθεση του με τίτλο "Φημολογίες για πραξικόπημα” σημειώνει (FCO9/3176, 16 Ιουνίου 1981): 
«Μια σοβαρή απειλή κατά της καθεστηκυίας τάξης – π.χ. μετά τις εκλογές και εφόσον ο Παπανδρέου προχωρήσει στη ρήξη των σχέσεων με το ΝΑΤΟ ή συμμαχήσει με τους κομμουνιστές – είναι κατά τη γνώμη μου πολύ πιθανό να προέρθει από τους εν ενέργεια νεώτερους σκληροπυρηνικούς  αξιωματικούς παρά από τους απόστρατους. Θα έχετε υπόψη σας ότι υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία για την ύπαρξη μιας τέτοιας οργάνωσης στην οποία προς το παρόν συμμετέχει μικρός αριθμός μεσαίας βαθμίδας αξιωματικοί».
ΕΟΚ – Συνταγματική εκτροπή
Σημειώνουμε ότι ήδη από την άνοιξη του 1981 η Διεύθυνση Νότιας Ευρώπης είχε συντάξει έκθεση για τις επιπτώσεις που θα είχε στις σχέσεις της Ελλάδας με τις υπόλοιπες χώρες μέλη της ΕΟΚ ένα πραξικόπημα που μολονότι , όπως εκτιμούσε το Φόρειν Οφις ,  ήταν μια απόμακρη πιθανότητα, εν τούτοις δεν θα έπρεπε τελείως να αποκλειόταν, εφόσον θα ανελάμβανε την εξουσία ο Ανδρέας Παπανδρέου και το ΠΑΣΟΚ. Η σχετική έκθεση κατέληγε: (FCO9/3188, 7 Απριλίου 1981) 
«Ενα πραξικόπημα θα είναι ιδιαίτερα ενοχλητικό για την Κοινότητα. Το γεγονός ότι δεν υπάρχει συνθήκη ή νομική βάση που να αντιμετωπίζει αυτό το ενδεχόμενο ενώ παράλληλα οι χώρες μέλη δεν έχουν εναλλακτικά σχέδια , μπορεί το γεγονός αυτό να είναι συνταγή για τη δημιουργία κλίματος  αναποφασιστικότητας και πικρίας. Από την άλλη μεριά είναι πολύ δύσκολο να υπάρξουν σχέδια για την αντιμετώπιση απρόβλεπτων καταστάσεων, αν όχι αδύνατο, τουλάχιστον μέχρις ότου γίνει σαφής ο κίνδυνος πραξικοπήματος. Αν κάτι τέτοιο συμβεί  αναπάντεχα , είναι απίθανο ότι οι αντιδράσεις των χωρών μελών θα είναι ομοιογενείς. Πολλά θα εξαρτηθούν από τη φύση του πραξικοπήματος , αλλά άμεση και σύντονη καταδίκη του πραξικοπήματος από τους Εννέα δεν θα πρέπει να θεωρείται βέβαιη. Οι προσφερόμενες κυρώσεις όπως αυτές προβλέπονται από τις συνθήκες είναι ελάχιστες ενώ οι πολιτικές πιέσεις μπορεί να είναι μάλλον μεγαλύτερες».            
Ανδρέας Παπανδρέου – Ενοπλες δυνάμεις
Είναι ενδιαφέρον ότι ίδιος διπλωμάτης περίπου τρείς μήνες νωρίτερα σε αναφορά του πρός τον Τίμοθι Ντοντ της Διεύθυνσης Νότιας Ευρώπης επεσήμαινε (FCO9/3176, 18 Μαρτίου 1981) :
«Στις ένοπλες δυνάμεις η υποστήριξη του ΠΑΣΟΚ φαίνεται να είναι μεγαλύτερη στο ναυτικό και στην αεροπορία. Στο στρατό μολονότι ορισμένοι κατώτατοι και κατώτεροι αξιωματικοί στηρίζουν την αξιωματική αντιπολίτευση, εκτιμούμε ότι στην τάξη των υψηλόβαθμων αξιωματικών το κόμμα διαθέτει λίγους οπαδούς. Κρίνω ότι κι αν ακόμη ο Παπανδρέου πετύχει να αντικαταστήσει αυτούς τους εχθρικούς προς το ΠΑΣΟΚ  αξιωματικούς, θα είναι πολύ δύσκολο να διορίσει ικανό αριθμό αξιωματικών φιλικών προς το κόμμα ωστε να αποτρέψει τους εν δυνάμει αντιπάλους του να οργανώσουν πραξικόπημα εναντίον του».
Ο Λουέλιν-Σμιθ εκτιμούσε ότι στην περίπτωση που ο Ανδρέας Παπανδρέου στις επερχόμενες εκλογές κέρδιζε τη πλειοψηφία και σχημάτιζε κυβέρνηση θα ακολοθούσε τη οδό του ρεαλισμού και θα προσπαθούσε τουλάχιστον στο αρχικό στάδιο διακυβέρνησης της χώρας από το ΠΑΣΟΚ  να συμβιώσει με το μεγαλύτερο μέρος της στρατιωτικής ηγεσίας που θα του είχαν κληροδοτήσει μετά το 1974 οι κυβερνήσεις της ΝΔ.  
ΠΑΣΟΚ – ΚΚΕ (Εξ) 
Στις 5 Ιουνίο 1981 , ο ηγέτης του ΚΚΕ Χαρίλαος Φλωράκης με την ευκαιρία της εξαγγελίας του εκλογικού προράμματος του κόμματος του μιλώντας με τους πολιτικούς συντάκτες υπογράμμισε ότι βασικός στόχος ήταν να μπεί το ΚΚΕ στη β’ κατανομή , να φύγει η Δεξιά και κυρίως να υπάρξει ουσιαστική αλλαγή. Για τις συνεργασίες με τα άλλα κόμματα ξεκαθάρισε ότι η συνεργασία με τις άλλες πολιτικές δυνάμεις και ειδικά με το ΠΑΣΟΚ που στόχευε στην εξουσία θα εξαρτιόταν από το πρόγραμμα του κάθε κόμματος. Επισημαίνει ο Λουέλιν - Σμιθ (FCO9/3176, 19 Ιουνίου, 1981) :
«Είναι σαφές ότι μολονότι πολλές από τις πολιτικές του ΚΚΕ είναι παρεμφερείς με αυτές του ΠΑΣΟΚ και ότι το σλόγκαν και των δύο κομμάτων είναι "Εξω η Δεξιά”, ο βασικός αντίπαλος του ΚΚΕ  στις επερχόμενες εκλογές θα είναι το ΠΑΣΟΚ. Για να κερδίσει το ΚΚΕ  το 17% των ψήφων ώστε να μπεί στη δεύτερη κατανομή θα πρέπει να προσελκύσει ένα σημαντικό αριθμό εν δυνάμει ψηφόρων του ΠΑΣΟΚ.  Αυτό συνιστά ένα δίλημμα για τους κομμουνιστές που θα πρέπει να αποφασίσουν πόσο σκληρά θα επικρίνουν το προεκλογικό πρόγραμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης».
Ο Λουέλιν – Σμιθ σημείωνε επίσης ότι κατά την εκτίμησή του, στόχος  του Φλωράκη , και μετά από τη σύμφωνη γνώμη της Μόσχας ,  ήταν μία ισχυρή παρουσία του ΚΚΕ  στη  νέα Βουλή,  δεν απέκλειε πάντως στις εκλογές του Οκτωβρίου να επελέγετο, στα πλαίσια της κοινής εκστρατείας "Εξω η Δεξιά”, η στρατηγική της τακτικής ψήφου - οπαδοί δηλαδή  του ΚΚΕ  να στήριζαν του ΠΑΣΟΚ σε εκείνες  τις εκλογικές περιφέρειες όπου οι κομμουνιστές υποψήφιοι θα είχαν μηδαμινές πιθανότητες επιτυχίας.
Το καλοκαίρι τις χρονιάς εκείνης η βρετανική πρεσβεία στην Αθήνα θεωρούσε αβάσιμες τις καταγγελίες της ακροδεξιάς εφημερίδας "Ελεύθερος Κόσμος” ότι αν το ΠΑΣΟΚ κέρδιζε τις εκλογές ο Ανδρέας Παπανδρέου ήταν έτοιμος να προσφέρει υπουργικές θέσεις σε στελέχη του ΚΚΕ (Εξ). Γράφει ο πρώτος γραμματέας Ντέιβιντ Ντέιν (FCO9/3176, 4 Αυγούστου, 1981) :
«Σε ό,τι αφορά τις μετεκλογικές εξελίξεις η αναλογία με τη Γαλλία δεν ισχύει στην περίπτωση της Ελλάδας. Ο Μιττεράν έφερε τους κομμουνιστές στην κυβέρνηση από θέση ισχύος. Ο Παπανδρέου αν κερδίσει την πλειοψηφία σε σχέση με τη ΝΔ, είναι πιθανό η πλειοψηφία αυτή να μην είναι σημαντική. Ακόμη κι αν είναι , είναι πολύ δύσκολο να δει κανείς τι θα έχει να κερδίσει σε μία ανοικτή συνεργασία με τους βουλευτές του ΚΚΕ(Εξ) , ενώ οι απώλειες όσον αφορά την εμπιστοσύνη της κοινής γνώμης στο χώρο του κέντρου και στις ένοπλες δυνάνεις θα είναι πολύ σημαντικές».
Ο Καραμανλής και οι γάμοι του Καρόλου
Στα τέλη Ιουλίου το Φόρειν Οφις επέμενε ότι δεν προέκυψε κανένα θέμα στις σχέσεις Ελλάδας –Βρετανίας λόγω πρόσκλησης του τέως βασιλιά Κωνσταντίνου στους γάμους του Καρόλου με τη λαίδη Νταιάνα Σπένσερ.
«Στις 12 Ιουνίου ο Πέτρος Μολυβιάτης μου επιβεβαίωσε ότι ο πρόεδρος με χαρά δέχθηκε την πρόσκληση να παρευρεθεί στους βασιλικούς γάμους», γράφει ο Σάδερλαντ (FCO9/ 3180, 12 Ιουνίου 1981).
Στις 6 Ιουλίου ο Ελληνας πρέσβης στο Λονδίνο Ευστάθιος Λαγάκος ζητά να πληροφορηθεί από το Φόρειν Οφις (Τίμοθι Ντοντ) αν ο τέως βασιλιάς Κωνσταντίνος είναι προσκληθεί στους γάμους –«μόνο σαν συγγενής και φίλος» - κι αν είχε προσκληθεί ως –«τέως βασιλιάς Κωνσταντίνος». Ο Ντοντ  απαντά στον Λαγάκο ότι ο τέως βασιλιάς κατά  τη γνώμη του είχε προσκληθεί ως "βασιλιάς Κωνσταντίνος” , όχι ως αρχηγός κράτους, αλλά ως "συγγενής και φίλος” της βασιλικής οικογένειας . Γράφει ο Ντοντ στην επιστολή του προς τον Ρότζερ ντι Μπουλέι , τον επικεφαλής πρωτοκόλλου στο Φόρειν Οφις και συνδεόμενο στενά με τα ανάκτορα του Μπάκινχαμ.
«Ο κ. Λαγάκος μου είπε ότι κι αυτός το θεωρεί απίθανο ότι στην πρόσκληση θα χρησιμοποιήθηκε η έκφραση "τέως βασιλιάς” . Στη περίπτωση όμως που προσκλήθηκε ως "βασιλιάς Κωνσταντίνος” είναι πολύ σημαντικό να γνωρίζει αν αποκαλείται "βασιλιάς της Ελλάδας” ή "βασιλιάς των Ελλήνων”» (FCO9/ 3180, 6 Ιουλίου 1981). 
Στις 21 Ιουλίου, ο Μολυβιάτης, γενικός γραμματέας της προεδρίας της Δημοκρατίας,        πληροφορεί τον Σάδερλαντ ότι ο πρόεδρος Καραμανλής ήταν αναγκασμένος λόγω υποχρεώσεων στην Ελλάδα να ταξιδεύσει στο Λονδίνο στις 28 του μηνός , αργά το απόγευμα ,  και να επιστρέψει στην Αθήνα στις 30 Ιουλίου – «λυπάται αλλα δεν θα μπορέσει να δει την πρωθυπουργό». Πληροφορούμεθα από το σχετικό τηλεγράφημα ότι το πρωθυπουργικό γραφείο της Θάτσερ είχε προτείνει τρεις διαφορετικές ώρες για τη συνάντηση με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή (FCO9/ 3180, 21 Ιουλίου 1981). 
Στις 27 Ιουλίου,  ο Μολυβιάτης πληροφορεί εκ νέου τον Σάδερλαντ ότι για λόγους υγείας αυτή τη φορά  – «πέτρα στο νεφρό»- ο Καραμανλής ήταν υποχρεωμένος να ματαιώσει το ταξείδι του στο Λονδίνο. Στους βασιλικούς γάμους την Ελλάδα θα εκπροσωπούσε ο πρωθυπουργός Γεώργιος Ράλλης (FCO9/ 3180, 27 Ιουλίου 1981). 
Ο Ράλλης, πριν αναχωρήσει από την Αθήνα,  όταν συναντήθηκε στο αεροδρόμιο – "Ελληνικό” - με τον Σάδερλαντ έσπευσε να του επισημάνει ότι είχε ζητήσει από τον κυβερνητικό εκπρόσωπο να κάνει ότι ήταν δυνατό ώστε να σταματήσουν οι φήμες ότι η ματαίωση της επίσκεψης του Καραμανλή –«είχε πολιτικούς λόγους». "Αν υπήρχε πολιτικός λόγος αυτό θα ίσχυε και για μένα και δεν θα με παρακαλούσε ο πρόεδρος να τον αναπληρώσω στους γάμους” – υπογραμμίζει στους έλληνες δημοσιογράφους ο Ράλλης όταν φθάνει στο Λονδίνο. «Εν οψει εκλογών, ο Ελληνας  πρωθυπουργός, ως πρώην βασιλικός , είναι ιδιαίτερα προσεκτικός για να μπορέσει να διατηρήσει τα δημοκρατικά του διαπιστευτήρια», γράφει χαρακτηριστικά ο Ιαν Σαδερλαντ (FCO9/ 3180, 28 Ιουλίου 1981).                

Ελληνική οικονομία   
Περίπου ένα μήνα πριν από τις εκλογές της 18ης Οκτωβρίου 1981, ολοφάνερη ήταν η ύφεση στην ελληνική οικονομία. Στο τηλεγράφημα του συμβούλου της βρετανικής πρεσβείας επί οικονομικών και εμπορικών θεμάτων Πάτρικ Φεργουέδερ επισημαίνεται:
«Αντιλαμβανόμαστε από πηγές προσκείμενες στην Τράπεζα της Ελλάδας ότι τώρα προβλέπεται το έλλεμμα να κυμανθεί  στα 250-280 δισεκατομμύρια δραχμές σχεδόν διπλάσιο απ’ ό,τι είχε προβλεφθεί στις αρχές του χρόνου και όχι πολύ μκρότερο απ’ αυτό που υπολογίζει ο Παπανδρέου, ο οποίος κατά φαινόμενα είναι καλά πληροφορημένος. Το έλλειμμα των εθνικοποιημένων επιχειρήσεων σταδιακά αυξάνεται με την κυβέρνηση να αρνείται να τους επιτρέψει να αυξήσουν τα τέλη ενώ  τα  δημόσια έσοδα έχουν μειωθεί σε μία περίοδο βαθειάς ύφεσης για την ελληνική οικονομία» (FCO9/3177, 23 Σεπτεμβρίου 1981).
Στην βρετανική πρεσβεία στην Αθήνα επικρατούσε η γνώμη ότι μόνο μια ισχυρή κυβέρνηση της ΝΔ που θα τύγχανε της διεθνούς υποστήριξης θα ήταν κατά πάσα πιθανότητα σε θέση να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τα προβλήματα της οικονομίας. Στην αντίθετη περίπτωση μια κυβέρνηση μειοψηφίας της ΝΔ θα είχε ως αποτέλεσμα την περαιτέρω αύξηση του πληθωρισμού και την αύξηση του ελλείμματος στο δημόσιο τομέα ενώ το κλίμα αβεβαιότητας λόγω της πολιτικής αστάθειας εν όψει νέων εκλογών θα αποθάρρυνε τους επενδυτές.
Αν τώρα το ΠΑΣΟΚ κέρδιζε τις εκλογές με μικρή πλειοψηφία τότε η βρετανική πλευρά δεν απέκλειε επιδείνωση  των βασικών οικονομικών μεγεθών λόγω της ανάγκης  να ικανοποιηθούν οι ανάγκες των ψηφοφόρων αλλά και εξαιτίας της σύγχισης που θα προκαλούσε η αλλαγή προσώπων στα οικονομικά υπουργεία και στις θέσεις κλειδιά στον τραπεζικό τομέα και στα ανώτατα κλιμάκια της δημόσιας δίοικησης. «Αν έχουμε εκτεταμένους ελέγχους από το επίπεδο των τιμών μέχρι το ύψος των εισαγωγών, τότε είναι πιθανό η Ελλάδα να έρθει σε αντιπαράθεση με την ΕΟΚ», τονίζει στην έκθεση του ο Φεργουέδερ.
Προσπάθειες για να αποτραπεί μία κρίση εμπιστοσύνης που θα οδηγούσε στην ταχύτατη επιδείνωση του ισοζυγίου πληρωμών και στην κατάρρευση της δραχμής  θα έπρεπε οπωσδήποτε να καταβάλλει μία κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ  που θα διέθετε την απόλυτη πλειοψηφία στη Βουλή.  Η τιμαριθμική αναπροσαρμωγή των μισθών θα καθιστούσε δύσκολο τον ελέγχο του πληθωρισμού, παρά τις προθέσεις της κυβέρνησης.  Η μορφή που θα ελάμβανε η πολιτική των "κοινωνικοποιήσεων” θα μπορούσε να οδηγήσει σε μία αλματώδη αύξηση των δανειστικών αναγκών του δημόσιου τομέα και παράλληλα να πλήξει την εμπιστοσύνη της επιχειρηματικής κοινότητας. Οι σχέσεις με την ΕΟΚ  θα ήταν προβληματικές  σε όλους τους  τομείς, ιδιαίτερα αν η κυβέρνηση επέβαλε ελέγχους στις εισαγωγές.
Και καταλήγει ο Φεργουέδερ :
«Προβλέψαμε ότι κατά τη διάρκεια του 1981 η ελληνική κυβέρνηση δεν θα μπορέσει να αντιμετωπίσει σοβαρά τα προβλήματα της οικονομίας. Στην πρόβλεψη αυτή δεν πέσαμε έξω. Τα προβλήματα που η νέα κυβέρνηση θα έχει να αντιμετωπίσει είναι πολύ σοβαρότερα. Το γεγονός ότι η οικονομική κατάσταση έχει επιδεινωθεί αναγνωρίζεται σε απόρρητη έκθεση που έχει συντάξει ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Ευάγγελος Αβέρωφ στις αρχές  Ιουλίου και η οποία έχει πρόσφατα διαρρεύσει. Ο Παπανδρέου βεβαίως αυτό το έχει εκμεταλλευθεί και ειδικότερα την κριτική του Αβέρωφ ότι έχει χαθεί ο έλεγχος του ελλείμματος στο δημόσιο τομέα. Αλλά ο ισχυρισμός του ΠΑΣΟΚ  ότι η οικονομία έχει καταρρεύσει είναι υπερβολική. Μία κυβέρνηση  που θα έχει επακρή  πλειοψηφία στη Βουλή και που θα είναι πρόθυμη να προχωρήσει αδογμάτιστα στο έργο της , θα πρέπει να είναι σε θέση να σημειώσει πρόοδο στον οικονομικό τομέα στη διάρκεια του 1982 , ιδιαίτερα αν σημειωθεί βελτίωση στην παγκόσμια οικονομία» (FCO9/3177, 23 Σεπτεμβρίου 1981).


H πρώτη κυβέρνηση της "αλλαγής” 
Απουσιάζουν από την κυβέρνηση τα γνωστά πολιτικά τζάκια του παρελθόντος. Η μέση ηλικία των μελών της είναι 50 ετών - αρκετά χαμηλή για τα ελληνικά δεδομένα. Η σύνθεσή της καθρεπτίζει τη δύναμη του ΠΑΣΟΚ  στην ακαδημαική  κοινότητα και στο χώρο των επαγγελματιών. Οι βιομήχανοι και οι επιχειρηματίες δεν εκπροσωπούνται. Υπάρχει το σύνηθες ‘κοπάδι’ των δικηγόρων – 16 συνολικά. Οι μηχανολόγοι διαφόρων ειδικοτήτων είναι περίπου οκτὠ. Πολλοί από τους  νέους υπουργούς είχαν συλληφθεί και φυλακισθεί την περίοδο της δικτατορίας από τη χούντα και ορισμένοι όπως ο Χαραλαμπόπουλος και ο Κουτσόγιωργας βασανίσθηκαν από τα σώματα ασφαλείας. Η εμπειρία αυτή σίγουρα πρέπει να  έχει επηρεάσει τις απόψεις τους για τον κόσμο. Ορισμένοι υπουργοί όπως ο Λάζαρης (Συντονισμού), ο Σκουλαρίκης(Δημόσιας Τάξης) και  ο Αλεξανδρής (Δικαιοσύνης) ήταν μέλη του ΕΑΜ στη διάρκεια του πολέμου. Στη δεκαετία του ’40 ο Λάζαρης και ο Αλεξανδρής για μια περίοδο ήταν έγκλειστοι στη Μακρόνησο. Τρεις γυναίκες  – "η μοιραία Μελίνα” - και δύο υφυπουργοί στο υπουργείο Κοινωνικών Υπηρεσιών συμμετέχουν στην κυβέρνηση. Τα μουστάκια είναι της μόδας . Τουλάχιστον επτά υπουργοί και υφυπουργοί έχουν μουστάκι  - "ορισμένοι μάλιστα πλούσιο μουστάκι”.    
Συνοπτικά αυτά υπογράμμιζε στην αναφορά του για τη σύνθεση της νέας κυβέρνησης  του ΠΑΣΟΚ  ο Λουέλιν-Σμιθ. Και συνεχίζει o Βρετανός διπλωμάτης (FCO9/3178, 28 Οκτωβρίου 1981):
«Ενας σχολιαστής έχει χαρακτηρίσει την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ ως τον φυσικό κληρονόμο του ΕΑΜ. Αυτό κατά μια έννοια είναι σωστό επειδή κάποιος μπορεί να ανεύρει τη συνέχεια στους ανθρώπους αλλά και σε συγκεκριμένες συμπεριφορές. Βεβαίως δεν σημαίνει ότι το ΠΑΣΟΚ ως κόμμα βλέπει με συμπάθεια τον κομμουνισμό σοβιετικού τύπου , μολονότι οι πρόσφατοι δεσμοί αυτών που συμμετέχουν ή που είναι δίπλα στη νέα κυβέρνηση αξίζει τον κόπο να τύχουν εξονυχιστικής έρευνας. Το χρέος προς το ΕΑΜ έχει επισημοποιηθεί σε μια από τις πρώτες αποφάσεις της κυβέρνησης για την επίσημη αναγνώριση της "Εθνικής Αντίστασης” . Αυτή η απόφαση ουσιαστικά σημαίνει αναγνώριση του ΕΑΜ/ ΕΛΑΣ εφόσον οι μη κομμουνιστικές οργανώσεις είχαν ήδη αναγνωρίσθει. Θα επακολουθήσει η λήψη μέτρων για την επίσπευση  της διαδικασίας που θα επιτρέψει την επάνοδο των πολιτικών προσφύγων που είχαν καταφύγει στην Ανατολική Ευρώπη μετά τη λήξη του Εμφυλίου Πολέμου».
Δρεττάκης – Αποποίηση βρετανικής υπηκοότητας
Τρείς μέρες μετά τις εκλογές, ο Μανώλης Δρεττάκης, που είχε εκλεγεί βουλευτής στο Ηράκλειο, τηλεφώνησε στις 8.30 π.μ. στον Βρετανό γενικό πρόξενο Μάικλ Λουέλιν - Σμιθ και του είπε ότι ήταν επέιγον το αργότερο μέχρι τις 10.00 το πρωί της ίδιας μέρας να είχε αποποιηθεί της βρετανικής του υπηκοότητας.
«Δεν ήταν δύσκολο να μαντεύσει κανείς το λόγο. Προχωρήσαμε με ταχύτητα σε ανταλλαγή επιστολών που ήταν αρκετό για να πετύχουμε  το σκοπό μας. Δεν γνωρίζω αν ο κ. Δρεττάκης έπρεπε να παρουσιάσει αποδεικτικά στοιχεία της αποποίησης στον αρχιεπίσκοπο Σεραφήμ πρίν τον ορκίσει υπουργό !», σημειώνει ο Λουέλιν- Σμιθ (FCO9/3174, 23 Οκτωβρίου, 1981).
Σύμφωνα με τον Λουέλιν- Σμιθ, ο Δρεττάκης , υπουργός των Οικονομικών (1981-1982),  ήταν το μόνο μέλος της νέας κυβέρνησης που αισθάνθηκε την ανάγκη να απαρνηθεί την ιθαγένεια μιας άλλης χώρας. Ο Βρετανός διπλωμάτης επισημαίνει: 
«Ο Ανδρέας Παπανδρέου που κάποτε ήταν Αμερικανός υπήκοος, επέτρεψε να παρέλθει ο χρόνος ισχύς της αμερικανικής ιθαγένειας, μολονότι ο ιδίος ποτέ δεν προέβη σε επίσημες ενέργειες για αποπόιηση της αμερικανικής υπηκοότητας. Εξάλλου, νομίζω ότι ο υιός του, Γιώργος Παπανδρέου, τώρα βουλευτής Αχαίας, ακόμη διατηρεί το αμερικανικό του διαβατήριο. Οπως μας είπε ο Αμερικανός πρέσβης Μόντι Στερνς από τότε  που έγιναν οι εκλογές δεν έχει ακούσει κάνενα να έχει απαρνηθεί την αμερικανική ιθαγένεια» (FCO9/3174, 23 Οκτωβρίου  1981). 
Τράπεζες – τραπεζίτες
Στα τέλη Νοεμβρίου του 1981, η Τράπεζα της Αγγλίας απευθύνεται στη βρετανική πρεσβεία στην Αθήνα και ζητά πληροφορίες για τον τραπεζικό τομέα στην Ελλάδα.   
«Οι ιδιωτικές τράπεζες,  συμπεριλαμβανομένων της Ergobank, της Τράπεζας Πίστεως, και της Τράπεζας Κρήτης παραμένουν υπό την παλαιά δίοικηση( Καψάσκης, Κωστόπουλος, Καλαμοτουσάκης)», γράφει ο Πάτρικ Φεργουέδερ, σύμβουλος για Εμπορικά και Οικονομικά θέματα.
«Αν κρίνω απ΄αυτά που μας είπε ο υπουργός Συντονισμού Απόστολος Λάζαρης, αυτές οι τράπεζες δεν πρόκειται να κρατικοποιηθούν και δεν υπάρχει λόγος να αναμένουμε αλλαγές. Εν τούτοις θα πρέπει να είμαστε επιφυλακτικοί. Κυκλοφορούν φήμες ότι η κυβέρνηση έχει βάλει στο στόχαστρο τον Κωστόπουλο , κι όπως θα δείτε στη σχετική έκθεση μας δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι οι εκκαθαρίσεις έχουν ολοκληρωθεί. Αν το ΠΑΣΟΚ έχει πρόθεση να απομακρύνει τον Κωστόπουλο φοβάμαι ότι είναι απίθανο ο Λάζαρης να προβάλει αντίσταση. Λίγο πριν από τα Χριστούγεννα ανέφερε στον πρέσβη ότι μολονότι ο Μαρίνος της Εμπορικής ήταν καλός στη δουλειά του, οι προσταγές της "αλλαγής” εσήμαιναν ότι θα έπρεπε να αποχωρήσει» (FCO9/3174, 31 Δεκεμβρίου, 1981). 
Εξάλλου στην αναφορά τού Φεργούεδερ υπογραμμίζεται ότι οι ξένοι μέτοχοι στην Εμπορική Τράπεζα και στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας – "δύο γερμανικές τράπεζες, η μία απ΄αυτές είναι η Deutsche Bank” - ήταν ενοχλημένοι από την αντικατάσταση των διοικητών των τραπεζών αυτών με πρόσωπα πολιτικά προσκέιμενα στο κυβερνών κόμμα.  
                                  
Εσωκομματικές τριβές στη ΝΔ  
Η απόφαση του Γ. Ράλλη να συγκαλέσει την Κ.Ο. του κόμματος στις 7 Δεκεμβρίου, με μοναδικό θέμα "Μυστική ψηφοφορία για την ανανέωση της εμπιστοσύνης των βουλευτών προς τον πρόεδρο του κόμματος”  είναι η αφορμή για την αναφορά του Λουέλιν-Σμιθ με τίτλο "Η Νέα Δημοκρατία αντιμετωπίζει κρίση” (FCO9/3179, 1 Δεκεμβρίου 1981).  
Κατά τον Λουέλιν –Σμιθ τρία ήταν τα προβλήματα που αντιμετώπιζε το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Το σημαντικότερο ήταν το ζήτημα της ηγεσίας. «Ο Ράλλης έχασε τις εκλογές και είναι φυσικό να έχει γίνει στόχος της κριτικής για την αδυναμία της ηγεσίας που συνέβαλε στο αρνητικό αποτέλεσμα», γράφει ο Λουέλιν-Σμιθ. Από την άλλη μεριά σημειώνει, η περισσότερο συντηρητική πτέρυγα του κόμματος που την εκπροσωπούσε ο Ευάγγελος Αβέρωφ δεν θα είχε μεγαλύτερες πιθανότητες επιτυχίας στις εκλογές της 18ης Οκτωβρίου. Αντίθετα, σύμφωνα με ορισμένους αναλυτές, η στροφή προς τα δεξιά στη διάρκεια του προεκλογικού αγώνα  μάλλον είχε βλάψει τη ΝΔ. Οπως επισημαίνει ο Βρετανός διπλωμάτης πολλοί μετριοπαθείς ψηφοφόροι προτίμησαν να υποστηριξουν το ΠΑΣΟΚ.        
Αμεση σχέση με το ζήτημα της ηγεσίας είχε το πρόβλημα της ταυτότητας του κόμματος. «Το ερώτημα είναι άν η ΝΔ  μετατραπεί σ’ένα σύγχρονο , οργανωμένο ευρωπαικό κόμμα φιλελεύθερων προδιαγραφών ή αν θα παλινδρομήσει στον παραδοσιακό συντηρητισμό της ελληνικής δεξιάς ; », αναρωτιέται ο Λουέλιν –Σμιθ. Και στο ερώτημα αυτό έχει να πεί τα εξής : 
«Ο Ράλλης σε γενικές γραμμές αντιπροσωπεύει την πρώτη επιλογή : τη συνέχιση και την ανάπτυξη μέσω μιας ανανεωμένης κομματικής οργάνωσης της πολιτικής του "ριζοσπαστικού φιλελευθερισμου” που εγκαινίασε ο Κωνσταντίνο Καραμανλής στο συνέδριο του κόμματος στη Χαλκιδική το 1979. Αλλοι υπουργοί στην προηγούμενη κυβέρνηση που υποστηρίζουν αυτή τη θέση είναι ο Μπούτος, ο Τζαννετάκης, ο Παλαιοκρασσάς και ο Μάνος, ο οποίος μολονότι δεν εξελέγη βουλευτής συνεχίζει να ενδιαφέρεται και να έχει άποψη για το κόμμα. Θα μπορούσαμε να τους χαρακτηρίσουμε "εκσυγχρονιστές”. O Αβέρωφ και οι υποστηρικτές του που στις πρόσφατες εκλογές έχουν κερδίσει την πλειοψηφία των βουλευτκών εδρών στην Εκτελεστική Επιτροπή του κόμματος, εκτιμάται ότι εκπροσωπούν τη δεύτερη επιλογή. Θα διασπασθεί λοιπόν η ΝΔ ; Οι περισσότεροι οπαδοί του κόμματος θεωρούν ότι μια τέτοια εξέλιξη υπό τις παρούσες συνθήκες θα είναι καταστροφική – ειναί αυστηρή προυπόθεση να τονίζεται η ενότητα του κόμματος – λόγω όμως των προσωπικών φιλοδοξιών δεν θα πρέπει να αποκλείουμε τη διάσπαση» (FCO9/3179, 1 Δεκεμβρίου 1981).
Τέλος ο Λουέλιν –Σμιθ επισημαίνει ότι το τρίτο μεγάλο πρόβλημα που αντιμετώπιζε η αξιωματική αντιπολίτευση ήταν η οργάνωση του κόμματος. «Ενα από τα πρώτα βήματα που έκανε ο Ράλλης μετά τις εκλογές ήταν να σχηματίσει μια επιτροπή από τους Μπούτο, Στεφανόπουλο, Παλαιοκρασσά, Βαρβιτσιώτη και Εβερτ που έχει αναλάβει το έργο της αναδιοργάνωσης του κόμματος και την αντιπολιτευτική τακτική κατά του ΠΑΣΟΚ στο κοινοβούλιο. Τα μέλη της επιτροπής συμφωνούν ότι το κόμμα – που είχε συγκροτηθεί για να είναι κόμμα εξουσίας και δεν έχει συνηθίσει να είναι στην αντιπολίτευση – πρέπει να αναδιοργανωθεί στα κεντρικά γραφεία αλλά και στην περιφέρεια». 
Η εκλογή Αβέρωφ
«Μολονότι ο Αβέρωφ φιλοδοξεί ακόμη να ηγηθεί του κόμματος , δεν φαίνεται να είναι ο ηγέτης που χρειάζεται η ΝΔ για τη μεγάλη διαδικασία επιστροφής στην εξουσία. Είναι μεγάλος στην ηλικία και είναι η αντίθεση του Ράλλη που απαιτεί αλλαγές και νέα πρόσωπα, γεγονός που έκανε τους ψηφοφόρους να προτιμήσουν το ΠΑΣΟΚ», υπογράμμιζε ο Λουέλιν –Σμιθ ((FCO9/3179, 1 Δεκεμβρίου 1981). Λίγες  μέρες αργότερα ο Ευάγγελος Αβέρωφ εξελέγη αρχηγός της Νεας Δημοκρατίας κατόπιν ψηφοφορίας στην οποία συγκέντρωσε 67 ψήφους ενάντι 32 του Κ. Στεφανόπουλου και 12 του Ι. Μπούτου.

Αμέσως μετά την ανάδεξη του Αβέρωφ στην ηγεσία της ΝΔ η δεύτερη γραμματέας της βρετανικής πρεσβείας στην Αθήνα Λιν Πάρκερ πληροφορεί τη Διεύθυνση Νότιας Ευρώπης ότι – «ανάμεσα στους υποστηρικτές του Αβέρωφ ήταν οι πρώην υπουργοί Δήμας και Λάσκαρης, τον Στεφανόπουλο  ψήφισαν ο Ανδριανόπουλος και ο Εβερτ,        ενώ στους ψηφοφόρους του Μπούτου συγκαταλέγονται ο Παναγιωτόπουλος , ο Αβραμίδης και ο Παλαιοκρασσάς που όπως μας είπε στο πρόσωπο του Μπούτου βλέπει τις καλύτερες προοεδευτικές τάσεις μέσα στο κόμμα». Η Πάρκερ σημειώνει ότι ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης εκδήλωσε την υποστήριξή του προς τον Αβέρωφ πριν από την ψηφοφόρια. Ο ίδιος τη χρονιά εκείνη είχε λίγες πιθανότητες να εκλεγεί στην ηγεσία του κόμματος –«και συνεπώς μπορεί να θεώρησε λογικό να συμπαραταχθεί εμφανώς με τον παλαιό αντίπαλό του ώστε να βελτιώσει τις προοπτικές να τον διαδεχθεί στην αρχηγία» (FCO9/3179, 11 Δεκεμβρίου 1981).
Υπόθεση Τσάπμαν 
Στις 8 Δεκεμβρίου , ο Νίκος Μουντής που είχε καταδικαστεί σε ισόβια κάθειρξη για το φόνο της Αγγλίδας δημοσιογράφου Ανν Τσάπμαν για άλλη μία φορά διακηρύσσει την αθωότητά του και υποβάλλει δια του πληρεξούσιου δικηγόρού του αίτηση για επανάληψη της δίκης. Στο μεταξύ ο Εντουάρντ Τσαπμαν , πατέρας του θύματος , δηλώνει στους δημοσιογράφους ότι απευθύνθηκε με επιστολή του στον υπουργό Δικαιοσύνης Στάθη Αλεξανδρή ζητώντας την επανάληψη της δίκης. 
Οπως γίνεται σαφές απο τα έγγραφα του βρετανικού υπουργείου των Εξωτερικών οι διπλωμάτες στο Λονδίνο και την Αθήνα είχαν σχηματίσει τη γνώμη ότι η κρίση του Τσάπμαν είχε επηρεασθεί από τις συνθήκες το θανάτου της κόρης του.
Τον Απρίλιο, ο Τούρκος  πρέσβης στο Λονδίνο, Βαχάπ Ασίρογλου, επισημαίνει στον Τσάπμαν για τη δολοφονία της κόρης του στην Ελλάδα τον Οκτώβριο του 1971 (FCO9/3199, 29 Απριλίου 1981):
«Από την τελευταία σας επιστολή έχω την έντυπωση πως φοβάσθε , για να χρησιμοποιήσω τις δικές σας λέξεις , ότι έχουμε να κάνουμε με κάποιου είδους "συγκάλυψη”. Θέλω να σας διαβεβαιώσω ότι όσον αφορά τις τουρκικές αρχές είναι απολύτως βέβαιο ότι δεν υφίσταται τέτοια περίπτωση και ότι έχουν γίνει τα πάντα για να σας βοηθήσουμε»             
Τον Ιούνιο, με επιστολή του που απευθύνει στο γενικό προξενείο της Βρετανίας στην Αθήνα, ο Τσάπμαν ζητά η βρετανική πλευρά να παρέμβει στις ελληνικές αρχές ώστε να ανακτήσει ορισμένα από τα προσωπικά αντικείμενα της κόρης  του που κατά τη γνώμη του δεν είχαν επισταφεί στην οικογένειά της μετά τη δολοφονία της (FCO9/3199, 29 Ιουνίου 1981).
«Δεν νομίζω ότι η επιστολή του Τσάπμαν μας παρέχει επαρκή επιχειρήματα ώστε να επανέλθουμε στις ελληνικές αρχές και να ζητήσουμε διευκρινήσεις για τα αντικείμενα που υποτίθεται ότι λείπουν. Αντίθετα το γεγονός ότι ο Τσάπμαν υπέγραψε  την αρχική  λίστα παραλαβής των προσωπικών αντικειμένων της κόρης του, μας επιτρέπει από θέση ισχύος να υποστηρίξουμε ότι τα αντικείμενα που λέγει ότι απουσιάζουν, έχουν χαθεί από τότε που περιήλθαν στην κατοχή του», υπογραμμίζει ο Λουέλιν-Σμιθ σε επιστολή του προς τη Διεύθυνση Προξενείων του Φόρειν Οφις ((FCO9/3199, 10 Ιουλίου 1981).          
«Η σκηνή στην οποία εμφανίζεται η κόρη μου οικειοθελώς να ακολουθεί τον  Μουντή (που δεν καταλάβαινε αγγλικά και η κόρη μου να μη γνωρίζει λέξη ελληνικά)   για να κάνει σεξ μαζί του σ’ ένα χωράφι – είναι η σκηνή που οι έλληνες δικαστές αποδέχονται ότι είναι γεγονός . Η σκηνή αυτή εκτυλίχθηκε τέσσερις φορές πριν η αστυνομία θεωρήσει ότι έχει την τέλεια συγκάλυψη για να την παρουσιάσει στον Διάβολο. Ο Θεός όμως γνωρίζει καλύτερα», σημειώνει ο Εντουάρντ Τσάπμαν σε επιστολή του προς την Βρετανή πτωθυπουργό Μάργκαρετ Θάτεσερ ( FCO9/3199, 22 Αυγούστου 1981).
Η επισκευή πλοίων της ΕΕΣΔ  στο Νεώριο   
Το θέμα των ναυπηγικών διευκολύσεων στο σοβιετικό στόλο της Μεσογείου στο Νεώριο της Σύρου απασχολούσε τη βρετανική πλευρά. Στις 2 Ιανουαρίου 1981, ο αναπληρωτής γενικός γραμματέας του υπουργείου των Εξωτερικών Σταύρος Ρούσσος ανάφερει στον Βρετανό πρέσβη Ιαν Σάδερλαντ ότι το πρωτόκολλο συμφωνίας για το έτος 1981 και που αφορούσε την επισκευή πλοίων της ΕΣΣΔ στη Σύρο δεν είχε ακόμη υπογραφεί (FCO9/3190, 6 Ιανουαρίου 1981).
«Οι συνομιλίες συνεχίζονται μεταξύ των δύο πλευρών και μπορούμε να θεωρήσουμε ότι αφορούν μόνο εμπορικά πλοία. Ο Ρούσσος παρατήρησε ότι αν προέκυπτε θέμα να συμπεριληφθεί στη νέα σύμβαση και η επισκευή βοηθητικών σκαφών του σοβιετικού στόλου, η ελληνική κυβέρνηση θα έπρεπε να έχει άμεση ανάμειξη στις διαπραγματεύσεις», πληροφορεί με τηλεγράφημά του το Φόρειν Οφις ο Λουέλιν –Σμιθ. 
Ο σύμβουλος και γενικός πρόξενος στη βρετανική πρεσβεία στην Αθήνα προσθέτει στο τηλεγράφημά του ότι ο έπικεφαλής της Διεύθυνσης Ανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης του ελληνικού υπουργείου των Εξωτερικών – «που έχει την ευθύνη των κομμουνιστικών χωρών» - τον είχε διαβεβαιώσει ότι η νέα ελληνοσοβιετική συμφωνία που οι δύο πλευρές σκόπευαν να υπογράψουν στο εγγύς μέλλον δεν θα προέβλεπε την εξυπηρέτηση πλοίων του σοβιετικού πολεμικού ναυτικού. Το θέμα του Νεωρίου και – "η στρατιωτική βοήθεια της Ελλάδας προς τη Μόσχα” – είχε επανειλημμένα τεθεί από αμερικανικής πλευράς  - "τι είδους σοβιετικά σκάφη θα χρησιμοποιούν το Νεώριο της Σύρου ; ". «Ο πρέσβης έκανε σαφές στον Ρούσσο ότι το ελληνικό υπουργείο των Εξωτερικών θα πρέπει να αντιληφθεί ότι οποιοδήποτε επισκευαστικό πρόγραμμα που περιλαμβάνει βοηθητικά σκάφη του σοβιετικού ναυτικού δεν θα έχει την έγκριση της βρετανικής κυβέρνησης», τονίζει ο Λουέλιν-Σμιθ. 
Το στρατηγείο της Λάρισας
Ουσιαστικές συνομιλίες με την πολιτική και στρατιωτική ηγεσία (10-12 Φεβρουαρίου) είχε στην Ελλάδα ο ανώτατος διοικητής των συμμαχικών δυνάμεων του ΝΑΤΟ στρατηγός Ρότζερς. Κύριο αντικείμενο των συνομιλιών αυτών ήταν ο καθορισμός των ορίων ελέγχου του υπό ίδρυση αρχηγείου της Λάρισας. Γράφει σχετικά ο                                                                                                                                                                                  πρώτος γραμματέας της βρετανικής πρεσβείας Ντέιβιντ Ντέιν (FCO9/3190, 24 Φεβρουαρίου, 1981):
«Σύμφωνα με τον Τσαμαδό (Νικόλαος Τσαμαδός , γενικός γραμματέας του υπουργείου των Εξωτερικών), αν η Αγκυρα δεχθεί τις ελληνικές προτάσεις σε ό,τι αφορά τη διαδικασία των διαπραγματεύσεων η Αθήνα είναι πρόθυμη να κάνει παραχωρήσεις. Αυτό σημαίνει ότι οι Ελληνες είναι πρόθυμοι να προσφέρουν στους Τούρκους όλες τις διευκολύνσεις που έχουν ανάγκη π.χ. για στρατιωτικές ασκήσεις εφόσον αυτό είναι δυνατό από πρακτική άποψη. Πιο συγκεκριμένα ο Τσαμαδός αναφέρθηκε "στη χρήση των αεροδιαδρόμων”. Σ’αυτό το θέμα η ελληνική κυβέρνηση είναι έτοιμη να βοηθήσει». 
Το νέο αρχηγείο θα ασκούσε  τον  επιχειρησιακό έλεγχο στον εναέριο χώρο του Αιγαίου είχαν όμως προκύψει προβλήματα για τον καθορισμό της περιοχής επιχειρησιακής ευθύνης, καθώς οι Τούρκοι επεδίωκαν τη μετατόπιση των ορίων αυτών δυτικότερα.  Υπογραμμίζει ο Ντέιν:
«Η ελληνική πλευρά επιμένει ότι η ίδρυση του στρατηγείου της Λάρισας δεν μπορεί να γίνει αν δεν προσδιορισθούν οι όροι του επιχειρησιακόύ ελέγχου. Οι συνομιλίες λοιπόν θα πρέπει να συνεχισθούν για να διευθετηθεί αυτό το θέμα. Ο Τσαμαδός πάντως μου πρόσθεσε ότι ίσως δεν είναι απαραίτητο να καθορισθούν όλοι οι όροι επιχειρησιακού ελέγχου πρίν  από την ίδρυση του στρατηγείου».
Κατά τον Ντέιν η ελληνική κυβέρνηση στο θέμα του στρατηγείου της Λάρισας  δεν ήταν διατεθειμένη να κάνει μεγάλες παραχωρήσεις. Από την άλλη μεριά στην αναφορά του προς τη Διεύθυνση Νότιας Ευρώπης του Φόρειν Οφις    σημείωνε ότι ο βαθμός διαλακτικότητας στις απόψεις και στις εκτιμήσεις του Τσαμαδού ήταν ένα  ενθαρρυντικό γεγονός.  


Συνάντηση Μητσοτάκη –Τουρκμέν στη Ρώμη
«Το ελληνικό υπουργείο των Εξωτερικών ανακοίνωσε στις 29 Απριλίου ότι οι υπουργοί Εξωτερικών της Ελλάδας και της Τουρκίας θα συναντηθούν όπως είχε προγραμματισθεί στη Ρώμη στις 3 Μαίου, αλλά η προκαταρτική συνάντηση εκεί μεταξύ των γενικών γραμματέων των δύο υπουργείων δεν πρόκειται να γίνει επειδή τα θέματα προς συζήτηση δεν είχαν προετοιμασθεί από τους εμπειρογνώμονες», αναφέρει τηλεγράφημα του Σάδερλαντ. Ο Βρετανός πρέσβης πληροφορεί το Λονδίνο ότι ο Στ. Ρούσσος , γγ. του υπουργείου των  Εξωτερικών , του είχε κάνει σαφές ότι η Αγκυρα είχε αποφασίσει τη ματαίωση της συνάντησης μεταξύ των εμπειρογνωμόνων (FCO9/3184, 1 Μαίου 1981):
«Οι Ελληνες δεν εξεπλάγησαν ούτε προτίθενται να διαμαρτυρηθούν, οι Τούρκοι στο έντονο διάβημα διαμαρτυρίας που έκαναν προ την Αθἠνα, λόγω των αντιτουρκικών διαδηλώσεων των Αρμενίων, δεν είχαν αποκλείσει το ενδεχόμενο να μην επραγματοιείτο η συνάντηση μετά των γενικών γραμματέων των δύο υπουργείων», σημειώνει ο Σαδελαντ. Εξάλλου , όπως παρατηρεί ο Βρετανός πρέσβης, οι παραβιάσεις του ελληνικού εναερίου χώρου από τουρκικά αεροσκάφη στις 8 Απριλίου, 1981, -«ήταν τόσο κατάφωρες στην έκταση και στο χρόνο που έγιναν ώστε το κλίμα για κάθε συζήτηση μεταξύ των δύο πλευρών για τον εναέριο χώρο να μην είναι ευνοικό, τουλάχιστον σε επίσημο επίπεδο». 
Ο Ρούσσος πάντως δεν θεωρούσε ότι είχε σημειωθεί σοβαρή επιδείνωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων. « Οι ελπίδες του Μητσοτάκη για βελτίωση των σχέσεων σίγουρα έχουν δεχθεί πλήγμα (ο Ρούσσος εκτιμά ότι ο υπουργός είναι υπεραισίοδοξος) , αλλά η συνάντηση με τον Τουρκμέν μπορεί να είναι εποικοδομητική. Με βάση τα λόγια του Μητσοτάκη με τον οποίο συνομίλησα στις 23 Απριλίου στόχος της ελληνικής εξωτερική πολιτικής είναι η βελτίωση του κλίματος για τη συνέχιση των διμερών επαφών», επισημαίνει ο Σάδερλαντ.
Περίπου σε ναυάγιο κατέληξε η συνομιλία του Ελληνα υπουργού των Εξωτερικών Κωνσταντίνου Μητσοτάκη με τον Τούρκο ομόλογό του Ιλτέρ Τουρκμέν στην τουρκική πρεσβεία στη Ρώμη. Γιά να διατηρηθεί απλώς " κλίμα ύφεσης” ανακοινώθηκε ότι η νέα συνάντηση των δύο υπουργών θα γινόταν τον Σεπτέμβριο κατά τη γενική συνέλευση του ΟΗΕ  στη Νἐα Υόρκη. 
Η αμυντική συνεργασία ΗΠΑ-Ελλάδας 
Στις 5 Μαίου, 1981 , ο υπουργός των Εξωτερικών Κωνσταντίνος Μητσοτάκης επέστρεψε εσπευσμένα στην Αθήνα για να ενημερώσει για τις συνομιλίες της Ρώμης τους μετέχοντες στην έκτακτη σύσκεψη υπό τον πρωθυπουργό Γ. Ράλλη. Σ’αυτή συμμετείχαν κορυφαίοι κυβερνητικοί παράγοντες καθώς και η στρατιωτική ηγεσία της χώρας. Εκτός από τα αποτελέσματα της συνάντησης με τον Ιλτέτρ Τουρκμέν , ο Κ. Μητσοτάκης μετέφερε και τις απόψεις του Αμερικανού υπουργού των Εξωτερικών Αλεξάντερ Χαίηγκ ώστε να προχωρήσει η διαμόρφωση "φόρμουλας” για την κατάρτιση οριστικού κειμένου συμφωνίας που αφορούσε την αμυντική συνεργασία Ελλάδας –ΗΠΑ.
«Η συνάντηση της Ρώμης (Μητσοτάκης –Χαίηγκ) θεωρήθηκε από τις δύο πλευρές ότι ήταν επιτυχής. Οι δύο υπουργοί των Εξωτερικών συμφώνησαν για τη σπουδαιότητα να υπάρξει συμφωνία αλλά όπως σας ανέφερε ο Αμερικανός πρέσβης Εντουάρντ Ντιλλέρι μικρή ουσιαστική πρόοδος έχει σημειωθεί. Οταν ο Ρόμπερτ Μακλόσκι,   ο Αμερικανός πρέσβης στην Αθήνα , και ο γ.γ. του υπουργείου των Εξωτερικών Σταύρος Ρούσσος επέστρεψαν στην ελληνική πρωτεύουσα αντιλήφθηκαν ότι οι θέσεις των δύο πλευρών απείχαν πολύ σ’΄ενα αριθμό σημαντικών θεμάτων...», γράφει ο Ιαν Σάδερλαντ. Και συνεχίζει ο Σάδερλαντ στην αναφορά του προς τον επικεφαλής της Διεύθυνσης Νότιας Ευρώπης Τίμοθι Ντοντ (FCO9/3184, 22 Μαίου 1981):
«Ο Μακλόσκι μου παραπονείται ότι η ελληνική πλευρά παζαρεύει χωρίς να υπάρχει ανάγκη και για την ανικανότητα του Πενταγώνου να κατανοήσει τις ανησυχίες των Ελλήνων. Στις 12 Μαίου, η αμερικανική πρεσβεία εκτιμούσε ότι τίποτα δεν έχει αλλάξει και ότι θα είναι πολύ δύσκολο να υλοποιηθεί το ανανεωμένο χρονοδιάγραμμα της ελληνικής κυβέρνησης. Αυτό προβλέπει την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων μέχρι το τέλος Μαίου και επικύρωση της συμφωνίας από τη Βουλή στις 15 Ιουνίου πρίν από τις θερινές διακοπές. Ο Μακλόσκι ανησυχεί λιγότερο για τις επιπτώσεις που θα έχει μια νίκη του ΠΑΣΟΚ στις εκλογές απ’ό,τι ο πρέσβης Ντιλλέρι –όπως αυτός σας  έχει εκφράσει τους φόβους του. Ο Μακλόσκι εκτιμά ότι ακόμη κι αν ο Παπανδρέου επιτρέψει την παραμονή των αμερικανικών βάσεων στην Ελλάδα , είναι βέβαιο ότι θα επιδιώξει να περιορίσει τις σημερινές διευθετήσεις που και οι δύο πλευρές έχουν συμφωνήσει εδώ και καιρό ότι χρήζουν επαναδιαπραγμάτευσης».
Εκπρόσωποι των υπουργείων Εξωτερικών και Αμυνας δήλωναν ότι οι διαπραγματεύσεις επιταχύνθηκαν αφ’ ότου οι υπουργοί των Εξωτερικών Μητσοτάκης και Χαίηγκ συναντήθηκαν στη Ρώμη. Διευκρίνηζαν επίσης, ότι οι δύο υπουργοί συμφώνησαν , κατ΄αρχήν , σχετικά με την αμερικανική δέσμευση για τη διατήρηση της στρατιωτικής ισορροπίας (7/10) μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, και στην χρησιμοποίηση των βάσεων στην Ελλάδα μόνο για αποστολές της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας. Τελικά όμως  τα προβλήματα δεν ξεπεράσθηκαν πριν από τις εκλογές – όπως επεδίωκαν Αθήνα και Ουάσινγκτον -και οι ελληνοαμερικανικές συζητήσεις για τις βάσεις "πάγωσαν”.  Διαβάζουμε σε επιστολή του Βρετανού υφυπουργού των Εξωτερικών Φέργκουσον προς τον Σάδερλαντ  (FCO9/3184, 22 Μαίου 1981):
«Μας το έχετε κανεί σαφές ότι οι συνομιλίες απέτυχαν βασικά λόγω της ελληνικής καχυποψίας έναντι της Τουρκίας και της ευαισθησίας που έχει ελληνική πλευρά  στο ζήτημα της εθνικής κυριαρχίας. Υποθέτω ότι  είναι  υπερβολικό να ελπίζουμε ότι οι Ελληνες εν καιρώ θα αντιληφθούν ότι το ΝΑΤΟ δεν είναι μόνο μια αρένα για τις αντιπαραθέσεις τους με την Τουρκία και ότι η αμερικανική ανάμειξη στην ανατολική Μεσόγειο είναι μόνον ένας βολικός και ανέδοξος τρόπος για τη διατήρηση της στρατιωτικής ισορροπίας μεταξύ των δύο χωρών . Οι Αμερικανοί , παρ΄όλους τους περιορισμούς,  πολύ προσπάθησαν για να επιτευχθεί συμφωνία. Το μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης για την αποτυχία των συνομιλιών φέρουν οι Ελληνες και έχει χαθεί πράγματι  μια ευκαιρία».    
Αποστρατιωτικοποίηση της Λήμνου
Τη χρονιά εκείνη σοβαρό πολιτικό θέμα δημιουργήθηκε μετά την αποκάλυψη ότι το ΝΑΤΟ απέκλεισε τη δυνατότητα στρατιωτικής χρήσεως της Λήμνου σε γυμνάσια της Συμμάχιας. Η αποκάλυψη της έμμεσης αυτής αποδοχής του ΝΑΤΟ, του τουρκικού ισχυρισμού ότι η Λήμνος πρέπει να είναι αποστρατιωτικοποιημένη, έγινε με τη δημοσίευση εντονότατης σχετικής ελληνικής διαμαρτυρίας προς τη Συμμαχία σε πολιτικό περιοδικό.  Γράφει ο Ντέιβιντ Ντέιν (FCO9/3190, 12 Μαίου 1981):
«Το αριστερό δεκαπενθήμερο περιοδικό "Αντί” – που πρόσκειται στο ευρωκομμουνιστικό  ΚΚΕ (Εσ) – στις 8 Μαίου δημοσίευσε ένα μακροσκελές άρθρο για την επίσημη διαμαρτυρία που έκανε η ελληνική αντιπροσωπεία στο ΝΑΤΟ  σε σχέση με τη νατοική άσκηση Simex (9-11 Μαρτίου). Η ουσία της διαμαρτυρίας ήταν ότι η Συμμαχία δεν δέχθηκε να συμμετάσχει στην άσκηση αεροπορική μονάδα που σταθμεύει στη Λήμνο. Η άρνηση του ΝΑΤΟ, σύμφωνα με το άρθρο, έχει σχέση με τις επιφυλάξεις της Συμμαχίας  να εμπλακεί στην ελληνοτουρκική διαφορά για το αν και κατά πόσο η στρατιωτικόποιηση της Λήμνου είναι δικαιολογημένη με βάση τις διεθνείς συμφωνίες».
Σύμφωνα με τον Ντέιν το συμβάν ήρθε να προστεθεί στις ήδη τεταμένες ελληνοτουρκικές σχέσεις παρά τις προσπάθειες  που είχαν καταβάλλει στις συνομιλίες της Ρώμης οι υπουργοί των Εξωτερικών των δύο χωρών για την εδραίωση κλίματος εμπιστοσύνης.
«Οι αντιδράσεις στον ελληνικό τύπο τελευταία χαρακτηρίζονται από πολύ μεγαλύτερη ένταση  σε σχέση  με το πρόσφατο παρελθόν. Αυτό είναι συνέπεια των διαφορών για τις παραβιάσεις του εναερίου χώρου αλλά και μετά τις διαδηλώσεις των Αρμενίων στην Αθήνα. Εντονότατες εξάλλου ήταν οι αντιδράσεις στον τύπο στις 11 Μαίου,  όταν κατακρατήθηκε από τις τουρκικές αρχές ελληνικό αλιευτικό σκάφος ανάμεσα στη Λήμνο και τη Λέσβο».  
Αντιδράσεις για τη βόμβα νετρονίου       
Το καλοκαίρι της χρονιάς εκείνης από τη μια άκρη στην άλλη της Ευρώπης φυσούσε ο άνεμος της αντίθεσης στους πυρηνικούς εξοπλισμούς και της ανάγκης να καταργηθούν τα πυρηνικά οπλοστάσια.   Υπό την πίεση της διεθνούς κοινής γνώμης το Πεντάγωνο είχε αποφασίσει να μη θέσει θέμα εγκατάστασης της βόμβας νετρονίου σε ευρωπαικό έδαφος. Στην Αθήνα η κυβέρνηση ανακοίνωσε στις 13 Αυγούστου 1981, ότι η απόφαση της Ουάσινγκτον για τη βόμβα νετρονίου αφορούσε σ΄αυτό το στάδιο μόνο την αμερικανική κυβέρνηση. «Η ελληνική κυβέρνηση υποστηρίζει ένθερμα την αρχή ότι μόνο ένας ισορροπημένος έλεγχος των εξοπλισμών κατά προτίμηση στο κατώτατο δυνατό επίπεδο θα μπορούσε να διασφαλίσει τη διεθνή ειρήνη και σταθερότητα», επεσήμαινε ο πρώτος γραμματέας της Βρετανικής πρεσβείας Ντέιβιντ Ντέιν (FCO9/3190, 14 Αυγούσου 1981).
«Η Ελλάδα είναι μία ειδική περίπτωση», εκτιμούσε  ο Ντέιν. Ο Βρετανός διπλωμάτης είχε τη γνώμη ότι στην Ελλάδα δεν επικρατούσε ένα ισχυρό αίσθημα ουδετερότητας.  «Λίγοι εκφράζουν έντονα την αντίθεσή τους στα πυρηνικά όπλα ή στην παρουσία τους σε ελληνικό έδαφος», ισχυρίζεται. Σύμφωνα με τον Ντέιν η κυβέρνηση δεν εμπιστευόταν ιδιαίτερα την κοινή γνώμη σε ό,τι  αφορούσε την εγκατάσταση πυρηνικών κεφαλών και  το ενδεχόμενο στο ελληνικό έδαφος να υπήρχαν εξέδρες εκτόξευσης πυρηνικών πυραύλων. Εξαλλου όπως σημειώνει (FCO9/3190, 21 Ιουλίου 1981) :
«Η απουσία της Ελλάδας από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ  μέχρι πέρυσι τον Οκτώβριο σημαίνει ότι οι Ελληνες υπουργοί ήταν σε θέση να αποφεύγουν ενοχλητικές ερωτήσεις για το εάν θα έπρεπε να αποθηκευτούν στην Ελλάδα σύγχρονα πυρηνικά όπλα . Η κυβέρνηση πάντως με αρκετό σθένος έχει υποστηρίξει το εκσυγχρονισμό του πυρηνικού οπλοστασίου του ΝΑΤΟ χωρίς να έχει αντιμετωπίσει μεγάλη αντίδραση από την κοινή γνώμη». 
Τέλος ο Ντέιν υπογραμμίζει ότι το πρόβλημα στην Ελλάδα δεν ήταν το ζωηρό φιλειρηνικό κίνημα αλλά ο έντονος αντιαμερικανισμός. Διάχυτη ήταν η εντύπωση ότι το ΝΑΤΟ θα μπορούσε να κάνει πολλά περισσότερα για τη λύση του Κυπριακού και την προστασία των ελληνικών συμφερόντων γενικότερα έναντι της επεκτατικής πολιτικής της Αγκυρας. «Θα πρέπει να πείσουμε τους Ελληνές ότι ο κίνδυνος προέρχεται από τη Σοβιετική Ενωση και τις σύμμαχες χώρες», παρατηρεί ο Ντέιν.
Ελληνοτουρκικές συνομιλίες 
Μετά τη νίκη του ΠΑΣΟΚ  στις εκλογές, Αθήνα και Αγκυρα συμφωνούσαν  ότι ο διάλογος μεταξύ των δύο χωρών έπρεπε  να αρχίσει από την αρχή. Ο Ανδρέας Παπανδρέου επεδίωκε η διένεξη Ελλάδας – Τουρκίας να αντιμετωπισθεί  σοβαρά από τη Συμμαχία – " διαφορετικά η διάσπαση στη νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ  είναι αναπόφευκτη” .
«Ο Εντ Ντιλλέρι  του αμερικανικού υπουργείου των Εξωτερικών συμμερίζεται την περισσότερο αισιόδοξη εκτίμηση του Σάδερλαντ για την πορεία των ελληνοτουρκικών σχέσεων», γράφει ο πρώτος γραμματέας της βρετανικής πρεσβείας στην Ουάσινγκτον Μάικλ Πάκενχαμ. Ο Πάκενχαμ πληροφορεί  τον Ντοντ της Διεύθυνσης Νότιας Ευρώπης του Φόρειν Οφις, ότι ο Τούρκος πρέσβης στην αμερικανική πρωτεύουσα είχε συναντηθεί με τον Αμερικανό υφυπουργό των Εξωτερικών Λόρενς Ιγκλεμπέργκερ και του είχε αναφέρει την τουρκική εκδοχή για τις δύο συναντήσεις   που είχε στην Αθήνα ο Ανδρέας Παπανδρέου  με τον Τούρκο πρέσβη Φαχίρ Αλατσάμ. Γράφει ο Πάκενχαμ (FCO9/3184, 17 Νοεμβρίου 1981):
«Οπως ήδη γνωρίζαμε από διάφορες πηγές , η τουρκική πλευρά σε γενικές γραμμές φαίνεται να είναι αισιόδοξη, και μετά τη δεύτερη συνάντηση στην Αθήνα  συμφωνήθηκε οι δύο  υπουργοί των Εξωτερικών να έχουν συνομιλίες στις Βρυξέλλες στη διάρκεια της συνόδου των χωρών του ΝΑΤΟ με στόχο να καθορισθεί η διαδικασία των ελληνοτουρκικών διαπραγματεύσεων και να διατηρηθούν οι επαφές μεταξύ των δύο χωρών. Σύμφωνα με τον Τούρκο πρέσβη Σουκρού Ελεκντάγκ, ο Παπανδρέου θέλει επίμονα να διατηρήσει τις δικές του διόδους επικοινωνίας με την τουρκική πλευρά , και υπόσχεται να φέρει στο προσκήνιο το υπουργείο των Εξωτερικών όταν αυτός κρίνει ότι είναι αναγκάιο. Η ερμηνεία που δίνουν οι Τούρκοι όσον αφορά την τρέχουσα πολιτική της Ελλάδας είναι ότι ο Παπανδρέου θέλει να ακολουθήσει δύο εναλλακτικές λύσεις ταυτόχρονα: κατ’ιδίαν επιδιώκει να είναι συμβιβαστικός, χωρίς να ασκεί δριμεία κριτική – ελπίζοντας ότι μ΄αυτό τον τρόπο θα καθησυχάσει την Τουρκία και τις υπόλοιπες χώρες μέλη του ΝΑΤΟ –  ενώ για να ικανοποιήσει το ακροατήριό του στο εσωτερικό της χώρας είναι έτοιμος να συγχωρέσει τη χρήση σκληρής γλώσσας κατά της Αγκυρας».  
Οι σχέσεις με την Ουάσινγκτον
Ο Εντουαρντ Ντιλλέρι επιβεβαίωσε στον Πάκενχαμ ότι δεν είχε ακόμη σημειωθεί σημαντική πρόοδος στις ελληνοαμερικανικές επαφές , ανέμενε όμως ο διάλογος μεταξύ των δύο πλευρών να άρχιζε με την επίσκεψη αντιπροωπείας του Κογκρέσσου στην Αθήνα. Σημειώνει ο Πάκενχαμ (FCO9/3184, 17 Νοεμβρίου 1981) :  
«Η γραμμή της κυβέρνησης παραμένει ότι οι ΗΠΑ θέλουν να έχουν καλές σχέσεις με τη νέα ελληνική κυβέρνηση. Αυτό όμως πρέπει να γίνει στα πλαίσια της συμμετοχής των δύο χωρών στη Συμμαχία και όλων των δεσμεύσεων που συνεπάγεται η συμμετοχή αυτή. Αν η Αθήνα προσπαθήσει να επαναπροσδιορίσει τη σχέση αυτή τότε θα πρέπει να γνωρίζει ότι η στάση αυτή δεν πρόκειται να βοηθήσει στην Ουάσινγκτον».
Επίσης ο Ντιλλέρι κάνει γνωστό στον Βρετανό διπλωμάτη ότι ο Αμερικανός υπουργός των Εξωτερικών Αλεξάντερ Χαίηγκ σκόπευε να επισκεφθεί την Αθήνα και την Αγκυρα αμέσως μετά την υπουργική διάσκεψη του ΝΑΤΟ στις Βρυξέλλες.
«Μου τόνισε ότι εφόσον η Αθήνα είναι σύμφωνη να πραγματοποιηθεί η επίσκεψη αυτή οι ΗΠΑ  αυτή τη φορά θα ήθελαν να αποφύγουν σε βάθος συνομιλίες για τα πυρηνικά όπλα, τις αμερικανικές βάσεις, τις δραστηριότητες της υπηρεσίας πληροφοριών  και των σταθμών της Φωνής της Αμερικής ; ούτε είναι ακόμη σε θέση  οι ΗΠΑ να συζητἠσουν με τους Ελληνες θέματα που αφορούν την παροχή βοήθειας στον τομέα της ασφάλειας. Ολα αυτά σημαίνουν ότι οποιαδήποτε ανταλλαγή απόψεων που θα έχει ο Χαίηγκ στην Αθήνα από τα πράγματα θα είναι γενικού χαρακτήρα και χωρίς δεσμεύσεις»                  
H Ελλάδα "μπλοκάρει” το ΝΑΤΟ 
Τον Δεκέμβριο του 1981, ο πρωθυπουργός και υπουργός Αμυνας Ανδρέας Παπανδρέου σε ομιλία του στην Επιτροπή Αμυντικου Σχεδιασμού (DPC) ενώπιον των υπουργών Άμυνας των χωρών της Συμμαχίας στις Βρυξέλλες  , κατήγγειλε την Τουρκία ότι χρησιμοποιεί τα όπλα που διατίθενται σε αυτήν με στόχο  την προστασία της περιοχής του Βορειοατλαντικού Συμφώνου, για την άσκηση επεκτατικής πολιτικής εις βάρος της Ελλάδας. Ο Παπανδρέου ζήτησε να εγγυηθεί η Συμμαχία την ασφάλεια της Ελλάδας έναντι και «εσωτερικών» απειλών. Η πρότασή του αυτή δεν έγινε δεκτή και για πρώτη φορά στην ιστορία του ΝΑΤΟ δεν εκδόθηκε κοινό ανακοινωθέν. Μετά από 15 ώρες δραματικών διαβουλεύσεων – στην διάρκεια των οποίων κυριάρχησε το ελληνικό αμυντικό πρόβλημα – ο Παπανδρέου άσκησε βέτο και ανέτρεψε όλες τις αποφάσεις που είχαν ληφθεί. 
«Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος ανακοίνωσε στις 12 Νοεμβρίου ότι ο Παπανδρέου ως υπουργός Αμυνας θα συμμετάσχει στη σύνοδο του Βορειοατλαντικού Συμφώνου στις 8 Δεκεμβρίου», τηλεγραφεί από την Αθήνα ο Ιαν Σαδερλαντ. Με το τελεγράφημά του ο Βρετανός πρέσβης πληροφορεί το Φόρειν Οφις ότι στη συνάντηση που είχε με τον Ελληνα πρωθυπουργό στις 4 Νοεμβρίου, ο Παπανδρέου του είχε πεί ότι δεν ήταν βέβαιος αν θα πήγαινε στις Βρυξέλλες επειδή στη σύνοδο –«θα ήταν υποχρεωμένος να πάρει σταθερή θέση όσον αφορά τα σημαντικά ζητήματα στις σχέσεις της Ελλάδας με τη Συμμαχία» (FCO9/3190, 13 Νοεμβρίου 1981) .
Μία μέρα αργότερα ο Παπανδρέου επιβεβαιώνει στον Σαδερλαντ ότι θα παρίστατο στη σύνοδο των χωρών του ΝΑΤΟ και του υπογραμμίζει ότι δεν θεωρούσε την συνάντηση του Δεκεμβρίου ως την ευκαιρία για μια ουσιαστική συζήτηση για τις σχέσεις της Ελλάδας με την Ατλαντική Συμμαχία. «Αυτό που θα κάνει κυρίως θα είναι να παρουσιάσει τα προβλήματα όπως αυτός τα αντιλαμβάνεται και ίσως να θέσει ορισμένα ερωτήματα στους συναδέλφους του»(FCO9/3190,14 Νοεμβρίου,1981).
Αναβολή της επίσκεψης Χαίηγκ
Με το τηλεγράφημα του στις 20 Νοεμβρίου, ο Σάδερλαντ σπεύσει να ενημερώσει το Φόρειν Οφις για τη ματαίωση της επίσκεψης Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών  στρατηγού Αλεξάντερ Χαίηγκ στην Αθήνα. «Η αμερικανική πρεσβεία εδώ δεν γνωρίζει αν η ματαίωση της επίσκεψης του Χαίηγκ επηρεάσει τα σχέδιά του να επισκεφθεί την Τουρκία. Υποθέτουν στην αμερικανική πρεσβεία ότι οι "άλλες δεσμεύσεις” που επικαλείται το ελληνικό υπουργείο των Εξωτερικών αφορούν την επίσκεψη του Γιασέρ Αραφάτ στην Αθήνα στα μέσα Δεκεμβρίου» (FCO9/3190,20 Νοεμβρίου,1981).   
Αμερικανικές πηγές διευκρίνιζαν ότι μια συνάντηση στην ελληνική πρωτεύουσα θα επέτρεπε την εξέταση του προβλήματος των αμερικανικών βάσεων πιο άνετα απ’ ό,τι η οποιαδήποτε συνομιλία του στρατηγού Χαίηγκ με το πρωθυπουργό Παπανδρέου. «Δεν έχει γίνει ακόμη καμία ουσιαστική συζήτηση για τις αμερικανικές βάσεις ή για τις σχέσεις της Ελλάδας με το ΝΑΤΟ μεταξύ της ελληνικής κυβέρνησης και αμερικανών εδώ», σημειώνει ο Σάδερλαντ. Και υπογραμμίζει: «Οι αξιωματούχοι του υπουργείου των Εξωτερικών αναμένουν την ομιλία του πρωθυπουργού στις 22 Νοεμβρίου, ως την πρώτη επίσημη ένδειξη της κυβερνητικής πολιτικής. Η καθυστέρηση μπορεί επίσης να είναι συνέπεια της αβεβαιότητας που έχει ο Παπανδρέου και της επιθυμίας του να αφήνει τις εναλλακτικές λύσεις ανοιχτές. Ως παράδειγμα αυτής της αβεβαιότητας μπορώ να αναφέρω τη συνομιλία που είχε αμερικανός πανεπιστημιακός με τον Παπανδρέου και στην οποία ο Ελληνας πρωθυπουργός έδωσε την εντύπωση ότι δεν έχει αποφασίσει αν η Ελλάδα θα εγείρει το θέμα της απομάκρυνσης των πυρηνικών όπλων στα πλαίσια  των διαπραγματεύσεων για τις αμερικανικές βάσεις» (FCO9/3190,20 Νοεμβρίου 1981).


Εκτιμήσεις  Βαν ντερ Στουλ
Τις θέσεις της ελληνικής κυβέρνησης απέναντι στην ΕΟΚ, το ΝΑΤΟ  και διάφορα διεθνή προβλήματα είχε την ευκαιρία να αποσαφηνίσει ο Ανδρέας Παπανδρέου κατα τη διάρκεια του ανεπίσημου "γεύματος εργασίας” που είχε με τον υπουργό των Εξωτερικών της Ολλανδίας Βαν ντερ Στουλ στην Αθήνα στις 7 Νοεμβρίου , 1981. Κατά την επιστροφή του στο Αμστερνταμ στις δηλώσεις του ο Βαν ντερ Στουλ υπογράμμισε ότι η κυβέρνηση Παπανδρέου θα υιοθετούσε κριτική αλλά εποικοδομητική στάση έναντι της ΕΟΚ ενώ σε ό,τι αφορούασε το θέμα των αμερικανικών βάδεων οι διαπραγματεύσεις γι΄αυτές δεν επρόκειτο να γίνουν κάτω από την απειλή της αποχώρησης της Ελλάδας από το ΝΑΤΟ.
Σε τηλεγράφημά του από τη Χάγη ο Βρετανός πρέσβης Φίλιπ Μάνσφιλντ αναφέρει (FCO9/3190, 23 Νοεμβρίου1981):
«Ο Βαν ντερ Στουλ που είδε τον Παπανδρέου στην Αθήνα πρίν από μία εβδομάδα (sic) μου είπε σήμερα το πρωί ότι εξεπλάγη από την ομιλία του Παπανδρέου όπως τη μετέδωσε η Παγκόσμια Υπηρεσία του BBC σήμερα το πρωί . Ο  Ελληνας πρωθυπουργός προτείνει την αποχώρηση της Ελλάδας από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ και την έναρξη διαπραγματεύσεων για την απομάκρυνση των αμερικανικών βάσεων από την Ελλάδα. Ο Βαν ντερ Στουλ μας ανέφερε ότι προσπάθησε να πείσει , τον Παπανδρέου , τον οποίον γνωρίζει καλά , να μην ακολουθήσει αυτή την πολιτική , και τον ενεθάρρυνε να επιδιώξει την επαναπροσέγγιση με την Τουρκία και την οικοδόμηση μέτρων εμπιστοσύνης. Ο Παπανδρέου θέλει εγγυήσεις ασφαλείας έναντι της επιθετικότητας της Τουρκίας , αίτημα που όπως του επεσήμανε ο Βαν ντερ Στουλ κάλε άλλο παρά λογικό είναι όταν πρὀκειται για χώρες μέλη της ίδιας συμμαχίας. Αλλά το λυπηρό είναι , υπογράμμισε ο Βαν ντερ Στουλ,  ότι ο Λουνς (γγ. Του ΝΑΤΟ) θεωρείται persona non-grata  στην Ελλάδα».
Ο Μανσφιλντ σημειώνει επίσης ότι ο Βαν ντερ Στουλ συμφώνησε πως η στάση του Παπανδρέου έναντι της Ευρώπης  ειδικότερα μετά  τις εκλογές για την ανάδειξη των μελών του Ευρωκοινοβουλίου ήταν περισσότερο επιφυλακτική. «Τα αποτελέσματα των εκλογών έδειξαν ότι η απόφαση για την απόσυρση της χώρας από την ΕΟΚ θα είναι λιγότερο δημοφιλής απ΄ό,τι ανέμενε».  

Συστάσεις Κάρριγκτον
Μία μέρα πριν από τη σύνοδο του ΝΑΤΟ Βρυξέλλες  όπου η Ελλάδα άσκησε το δικαίωμα "βέτο”, ο Βρετανός υπουργός των Εξωτερικών λόρδος Κάρριγκτον κοινοποιούσε στη βρετανική αντιπροσωπεία την "τακτική” των ΗΠΑ  για την αντιμετώπιση των "πιθανών” ενστάσεων από την πλευρά του πρωθυπουργού και υπουργού Αμυνας Ανδρέα Παπανδρέου. Παράλληλα ο Κάρριγκτον εξέφραζε τις επιφυλάξεις του για την αποτελεσματικότητα της αμερικανικής πρότασης (FCO9/3190, 7 Δεκεμβρίου 1981).  
«Υπογραμμίσαμε στην αμερικανική πρεσβεία ότι κατά τη γνώμη μας η προτεινόμενη τακτική είναι ορθή σε ιδανικές περιστάσεις. Αλλά η συμπεριφορά του Παπανδρέου μπορεί να είναι τέτοια ώστε η απειλή για μία εσπευσμένη αντινατοική κίνηση εκ μέρους του να μπορεί να αποφευχθεί  αν οι υπόλοιπες χώρες-μέλη της Συμμαχίας έχουν προετοιμασθεί να είναι  περισσότερο φιλικές απ’ό,τι προτείνουν οι ΗΠΑ.  Ισως να υπάρξει ανάγκη η Συμμαχία να δηλώσει ότι λαμβάνει υπόψη τις αιτιάσεις του Ελληνα πρωθυπουργού. Τονίσαμε στους Αμερικανούς ότι αντιλαμβανόμαστε τις πιθανές δυσκολίες αν δεν ακολουθηθεί η τακτική που προτείνει η Ουάσινγκτον στο τηλεγράφημα. Ελπίζουμε ότι θα είναι δυνατό να παραμείνουμε προσκολλημένοι στην αμερικανική προσέγγιση του θέματος , εκτός κι αν καταστεί σαφές ότι ο συνολικός μας αντικειμενικός στόχος που είναι ο περιορισμός της ζημιάς που θα προκαλέσουν οι απαιτήσεις του Παπανδρέου υπάρχει  κίνδυνος να μην επιτευχθεί».  
Το αμερικανικό τηλεγράφημα 
«Στόχος της συνολικής στρατηγικής μας είναι να εξουδετερώσουμε τις προσπάθειες του Παπανδρέου που επιδιώκει να προωθήσει τα συμφέροντα της Ελλάδας απειλώντας να προβεί σε ενέργειες  οι οποίες θα αποδυνάμωναν τη Συμμαχία», τονίζει η Ουάσινγκτον. Η αμερικανική πλευρά δεν ήθελε με κανένα τρόπο οι διαφορές της Ελλάδας με το ΝΑΤΟ  να επισκίαζαν τα άλλα σημαντικά θέματα της συνόσου (πχ. ένταξη της Ισπανίας)  και συνιστούσε αυτοσυγκράτηση. «Θέλουμε  να αποφύγουμε να προκαλέσουμε τον Παπανδρέου και να τον αποκρούσουμε δημόσια». Στο θέμα των εγγυήσεων έναντι της Τουρκίας,  που ζητούσε επίμονα  ο Ελληνας πρωθυπουργός, οι Αμερικανοί πίστευαν ότι ο Παπανδρέου δεν έπρεπε να επιστρέψει στην Αθήνα από τις Βρυξέλλες ισχυριζόμενος ότι είχε πετύχει παραχωρήσεις –«στην πρώτη του συνάντηση του με τους εκπροσώπους των άλλων χωρών της Συμμαχίας». 
Στην ημερήσια διάταξη οι Αμερικανοί είχαν πετύχει να  μη συμπεριληφθεί το ζήτημα των "εγγυήσεων ασφαλείας”, ο Παπανδρέου όμως ζήτησε να του παραχωρηθεί χρόνος σε μία κλειστή συνάντηση στη διάρκεια της συνόδου για να κάνει –«μία απροσδιόριστη παρουσίαση». Διαβάζουμε στο αμερικανικό τηλεγράφημα :
«Αν όπως αναμένεται ο Παπανδρέου εγείρει το θέμα των "εγγυήσεων ασφαλείας” ελπίζουμε οι υπουργοί να τον παραπέμψουν στον γγ του ΝΑΤΟ.  Ο Τζόζεφ Λουνς κατά πάσα πιθανότητα θα πει δύο λόγια εις απάντηση. Ο Τάπλει Μπέννετ (πρέσβης των ΗΠΑ στο ΝΑΤΟ)  έχει συζητήσει με τον Λουνς για το πως σχεδιάζει να διαμορφώσει  την  απάντησή του στον Παπανδρέου. Η αντίδραση του Λουνς η των υπουργών θα εξαρτηθεί από τον τρόπο που ο Παπανδρέου θα αναπτύξει τις θέσεις του. Θα προτιμούσαμε οι υπουργοί να μη μιλήσουν ακόμη κι αν η σιωπή τους επιτρέψει στον Παπανδρέου να ισχυρισθεί ότι εισακούσθηκε  το αίτημα του» (FCO9/3190, 7 Δεκεμβρίου 1981).                                               
Παπανδρέου – ποτό – υγεία   
Στην υπουργική διάσκεψη του ΝΑΤΟ στις Βρυξέλλες (8-10 Δεκεμβρίου 1981) ο Βρετανός υπουργός των Εξωτερικών λόρδος Κάρινγκτον είχε κατ’ ιδίαν συνομιλίες με τον Τούρκο ομόλογό του Ιλτέρ Τουρκμέν. Σ΄αυτές, ο Τουρκμέν υπαινίσσεται ότι ο Ανδρέας Παπανδρέου ίσως ακόμη να είχε πρόβλημα με το ποτό (FCO9/3174, 11 Δεκεμβρίου 1981). Μετά την πληροφορία αυτή, η Διεύθυνση Νότιας Ευρώπης ζητά σχετικές διευκρινίσεις από την Αθήνα. Γράφει ο Βρετανός πρέσβης Ιάν Σάδερλαντ:    
«Με ρωτάτε αν ο Παπανδρέου πίνει. Πριν περίπου δύο χρόνια κυκλοφορούσαν έντονα φήμες ότι είχε πρόβλημα. Τελεύταια όμως οι φήμες αυτές έχουν περιορισθεί. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι του αρέσει το ουίσκι και το ούζο, αλλά ποτέ μου δεν τον έχω δεί σε άσχημη κατάσταση λόγω του αλκοόλ. Είναι γεγονός ότι έχει τη συνήθεια να προσφέφει στους συνομιλητές του ένα ποτηράκι ούζο, όταν τον συναντούν στο πρωθυπουργικό γραφείο. Αυτό έκανε όταν τον είδα στις 4 Νοεμβρίου. Τότε εγώ αρνήθηκα και ζήτησα να πιώ καφέ, εκείνος όμως πήρε το ούζο του. Το ίδιο έκανε και στη συνάντηση που είχε με τον Τούρκο συνάδελφό μου κ. Αλατσάμ , κι από αυτόν ίσως να πρόερχεται η ιστορία  που κυκλοφόρησε ο Τουρκμέν» (FCO9/3174, 23 Δεκεμβρίου 1981).
Πάντως στην αναφορά του εκείνη προς το Φόρειν Οφις ο Σάδερλαντ δεν παρέλειπε να σημειώσει ότι υπήρχαν υπόνοιες ότι η κατάσταση της υγείας του Ελληνα πρωθυπουργού δεν ήταν καλή και ότι υπήρχε περίπτωση να επιδεινωθεί εξαιτίας του υπερβολικού φόρτου εργασίας.  
Οι σχέσεις με την Κύπρο
Στις 14 Δεκεμβρίου , εκπρόσωπος της κυπριακής κυβέρνησης ανακοίνωσε στη Λευκωσία ότι ο Ανδρέας Παπανδρέου επρόκειτο να επισκεφθεί την Κύπρο στις 9 Ιανουαρίου του 1982. Δύο εβδομάδες αργότερα ο Σαδερλαντ πληροφορεί το Φόρειν Οφις ότι είχε αποφασισθεί η αναβολή της επίσκεψης.
«Η επίσημη εκδοχή για τη ματαίωση της επίσκεψης είναι οι εξελίξεις στην Ευρώπη και μ’αυτό εννοούν την κατάσταση στην Πολωνία. Αλλά η δικαιολογία αυτή από μόνη της δεν μπορεί να σταθεί, ειδικά αν λάβει κανείς  υπόψη τη γραμμή που έχουν ακολουθήσει υπουργοί της κυβέρνησης  στο ζήτημα της Πολωνίας. Εξάλλου η  κυβέρνηση απέρριψε αμέσως τον ισχυρισμό ότι η αναβολή της επίσκεψης έγινε μετά από πληροφορίες ότι θα γινόταν απόπειρα δολοφονίας του πρωυτυπουργού» (FCO9/ 3185, 29 Δεκεμβρίου 1981).  
Οπως γράφει ο Σάδερλαντ, σύμφωνα με την πρεσβεία της Ομοσπονδιακής Γερμανίας ο Παπανδρέου είχε επισημάνει στον πρώην καγκελάριο της Δυτικής Γερμανίας Βίλλυ Μπραντ ότι είχε αποφασίσει τη ματαίωση της επίσκεψης στην Κύπρο  κυρίως λόγω των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε η χώρα.  Ο πρωθυπουργός είχε παραθέσει γεύμα στον Μπράντ κατά την τρίωρη  παραμονή στην Αθήνα πριν τη μετάβαση του τελευταίου στη Μεγαλόνησο (23 Δεκεμβρίου). Σημειώνουμε ότι εκείνη την περίοδο κυκλοφορούσαν δημοσίευματα στον τουρκικό τύπο (Χουριέτ) ότι μετά από πληροφορίες των ελληνικών μυστικών υπηρεσιών θα γινόταν απόπειρα  δολοφονίας κατά του Ανδρέα Παπανδρέου στην Κύπρο και πραξικόπημα στην Ελλάδα.
Ο Βρετανός  πρέσβης παραδεχόταν ότι η κυβέρνηση αντιμετώπιζε προβλήματα – «η συνταξιοδότηση πολλών ανώτατων αξιωματούχων και η κατάργηση ορισμένων θέσεων στο δημόσιο τομέα» - αλλά κατά τη γνώμη του αυτά δεν ήταν τόσο σημαντικά ώστε να δικαιολογούσαν την αναβολή της επίσκεψης. Γράφει ο Σάδερλαντ :
«Οπως μου έχει πει ο Κληρίδης , ο Παπανδρέου , κατά την πρώτη επίσκεψη Ελληνα πρωθυπουργού στην Κύπρο, θα είναι δύσκολο να ικανοποιήσει τις προσδοκίες μετά την προτεραιότητα που έχει δώσει το ΠΑΣΟΚ στο Κυπριακό. Συμφώνησα με τον Κληρίδη, ότι ίσως δεν θα είναι πιο εύκολο σε μια επίσκεψη που θα γίνει αργότερα να δημιουργηθεί η εντύπωση μιας σπουδαίας διπλωματικής επιτυχίας. Η αναβολή πάντως της επίσκεψης θα δώσει περισσότερο χρόνο στις διακοινοτικές συνομιλίες να έχουν αποτελέσματα η να αποτύχουν (όπως κατά πάσα πιθανότητα περιμένει η ελληνική πλευρά). Παράλληλα ο Παπανδρέου θα έχει περισσότερο χρόνο να σκεφθεί τι ακριβώς θέλει να κάνει όσον αφορά τις ελληνοτουρκικές σχέσεις με τις οποίες θεωρεί ότι συνδέεται άμεσα το Κυπριακό» (FCO9/ 3185, 29 Δεκεμβρίου 1981).  
Διακοινοτικές συνομιλίες 
Ο Γάλλος υπουργός Εξωτερικών Κλωντ Σευσόν που πραγματοποίησε διήμερη επίσημη επίσκεψη στη χώρα μας  (28-29 Δεκεμβρίου),  είχε στην Αθήνα ιδιαίτερη συνομιλία και με τον Ελληνα πρωθυπουργό Ανδρέα Παπανδρέου πάνω σε διμερή διεθνή και άλλα θέματα.  Διαβάζουμε στην αναφορά του Ιαν Σάδερλαντ:   
«Η γαλλική πρεσβεία δεν είναι απόλυτα ενήμερη για τις συνομιλίες αλλά μας λέγει ότι ο Παπανδρέου έπαιξε το σύνηθη σκοπό (played  the usual gramophone record). Υπογράμμισε την ανάγκη οι σύμμαχες χώρες στο ΝΑΤΟ να αντιληφούν τους φόβους της Ελλάδας όσον αφορά την τουρκική απειλή. Η πρεσβεία αντιλαμβάνεται ότι ο Σευσόν τόνισε στον Παπανδρέου πόσο σημαντικό είναι να μη προβεί σε ενέργειες που θα υπέσκαπταν τις διακοινοτικές συνομλίες για το Κυπριακό αλλά δεν γνωρίζουν στη γαλλική πρεσβεία πως αντέδρασε ο Παπανδρέου. Οταν παρεμφερείς συστάσεις έκανε και ο Γερμανός επιτετραμμένος κατά τη σύντομη παραμονή του Βίλλυ Μπραντ, ο Παπανδρέου με συγκαταβατικό ύφος απάντησε ότι συνομιλίες θα πρέπει να συνεχισθούν»(FCO9/ 3185, 29 Δεκεμβρίου 1981).        
                     
Βύρων Καρύδης
Λονδίνο 10-02-2012/KAΘΗΜΕΡΙΝΗ