






Τις παραλείψεις που συνέβαλαν στην τραγωδία επισημαίνει πόρισμα της Επιθεώρησης του υπουργείου Εργασίας, η οποία ερεύνησε τις συνθήκες της πυρκαγιάς στο υποκατάστημα της Μarfin στη Σταδίου στις 5 Μαΐου που είχε ως αποτέλεσμα τον τραγικό θάνατο 3 υπαλλήλων. Το πόρισμα, το οποίο παρουσιάζει το «Βήμα», αναφέρει ότι η μοναδική έξοδος κινδύνου ήταν κλειδωμένη, το τηλεχειριστήριο που θα μπορούσε να την ανοίξει είχε χαθεί, ενώ καταγράφονται σοβαρές ελλείψεις στο σύστημα πυρασφάλειας του κτιρίου.
Ακόμα, άλλες δύο πιθανές έξοδοι διαφυγής ήταν κλειδωμένες,ενώ μία οδός διαφυγής οδηγούσε σε σιδερένια κλούβα.Συμπτωματικά είχε μείνει ανοιχτή μια πόρτα διαφυγής για να εξαερίζεται ο χώρος επειδή μύριζε μια τουαλέτα. «Συνολικά 14 εργαζόμενοι εξήλθαν από μια μεταλλική πόρτα του 2ου ορόφου που δεν ήταν έξοδος κινδύνου και ήταν τυχαία ανοιχτή για αερισμό της παρακείμενης τουαλέτας λόγω προβλήματος της αποχέτευσης», αναφέρεται στο πόρισμα.
«Στο υποκατάστημα εργάζονταν συνολικά 27 άτομα. Υπήρχε μόνο μία έξοδος κινδύνου που βρισκόταν στο ισόγειο του κτιρίου και δίπλα από την κύρια είσοδο της τράπεζας. Ωστόσο αυτή δεν χρησιμοποιήθηκε από τους εργαζομένους γιατί στο ισόγειο είχε ξεσπάσει πυρκαγιά και η ατμόσφαιρα από τον καπνό ήταν αποπνικτική», τονίζεται.
«Οι εργαζόμενοι αναφέρθηκαν στην έξοδο κινδύνου του ισογείου, η οποία δεν έπρεπε να κλειδώνεται, προκειμένου να ανοίγει εύκολα και άμεσα από κάθε πρόσωπο που θα χρειαστεί να τη χρησιμοποιήσει. Αυτή άνοιγε μόνο αν έσπρωχνε κάποιος την “μπάρα πανικού” της θύρας και συγχρόνως πατούσε το κουμπί φορητού τηλεχειριστηρίου που ήταν μοναδικό σε όλον τον χώρο και βρισκόταν στο γραφείο της διευθύντριας στο ισόγειο. Τη στιγμή του συμβάντος,μ ε την ύπαρξη του καπνού, θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο, αν όχι αδύνατον, να βρεθεί το τηλεχειριστήριο και να χρησιμοποιηθεί συγχρόνως με το σπρώξιμο της πόρτας για να ανοίξει η έξοδος κινδύνου. Επίσης υπάρχουν μαρτυρίες εργαζομένων που αναφέρουν ότι το γραφείο της διευθύντριας έπιασε πρώτο φωτιά, κάτι που σημαίνει ότι το τηλεχειριστήριο θα είχε καταστραφεί», σημειώνει ο επιθεωρητής.
Επισημαίνεται ακόμα και η έλλειψη πιστοποιητικού πυρασφάλειας. «Η επιχείρηση δεν είχε το απαιτούμενο πιστοποιητικό πυρασφαλείας που εκδίδεται από την Πυροσβεστική Υπηρεσία. Για την έκδοσή του απαιτείται μελέτη του χώρου, στην οποία θα αναφέρονται τα συγκεκριμένα μέτρα πυρόσβεσης που προβλέπονται από τη νομοθεσία. Η μελέτη αυτή κανονικά κατατίθεται στην Πυροσβεστική Υπηρεσία προς έγκριση. Μετά την έγκριση ο εργοδότης θα έπρεπε να καλέσει την Πυροσβεστική να ελέγξει αν εφαρμόστηκαν τα μέτρα και να εκδώσει το πιστοποιητικό ασφαλείας για την επιχείρηση».
Επίσης, ελλιπής ήταν και η εκπαίδευση των εργαζομένων στην αντιμετώπιση παρόμοιων περιστατικών. Ο επιθεωρητής τονίζει ότι στην περίπτωση του υποκαταστήματος της Μarfin «όλοι οι εργαζόμενοι που ρωτήθηκαν ανέφεραν ότι δεν είχε γίνει καμιά εκπαίδευση- ενημέρωση- επιμόρφωση και ούτε είχε ποτέ πραγματοποιηθεί κάποιου είδους άσκηση εκκένωσης του κτιρίου. Μόνο μία εργαζομένη ανέφερε ότι είχε γίνει κάποια χρονική στιγμή επίδειξη της χρήσης των πυροσβεστήρων και μία άλλη εργαζόμενη (σ.σ.: στο πόρισμα αναφέρονται τα ονόματά τους) ότι είχαν διανεμηθεί στο προσωπικό ενημερωτικά φυλλάδια για θέματα πυροπροστασίας, χωρίς όμως να θυμάται το πότε».
ΠΗΓΗ ΤVX
Θα μπορούσε να χαριτολογήσει κάποιος ότι η καθυστέρηση της χώρας δεν φαίνεται μόνο από τους δείκτες - οικονομικούς, παιδείας, διαφάνειας κ.λπ. αλλά και από τον χρόνο κατάθεσης του «έσχες» δίχως «πόθεν» των βουλευτών. Ετσι, ενώ τελειώνει το 2010, οι Ελληνες πολίτες μαθαίνουν τι είχαν οι βουλευτές του 2008. Το «μαθαίνουν» είναι σχήμα λόγου, διότι ένας από τους μηχανισμούς αδιαφάνειας που έχει μηχανευτεί η Βουλή είναι τα... χαρτόκουτα.
Μια από τις βασικές προεκλογικές εξαγγελίες τούτης της κυβέρνησης -αδάπανη, αλλά με καταλυτικά αποτελέσματα στη μάχη κατά της διαφθοράς- είναι η ηλεκτρονική διαφάνεια. Οπως το έθεσε ο ίδιος ο πρωθυπουργός σε ομιλία του (3.12.2009) «δεσμευτήκαμε να θεσπίσουμε αυστηρούς κανόνες διαφάνειας. Να κάνουμε το κράτος μας υπόδειγμα -υπόδειγμα διαφάνειας- με τη δημοσιοποίηση όλων των υπογραφών στο Διαδίκτυο, με την ανάρτηση στο Διαδίκτυο όλων των υπογραφών, όλων των αποφάσεων κάθε πολιτικής, διοικητικής ή άλλης Αρχής ή και φορέα του Δημοσίου. Η απόφασή μας είναι και οριστική και αμετάκλητη. Οπου και απ’ όποιον ασκείται εξουσία, αυτή θα ασκείται με διαφάνεια, ορατά στους πολίτες. Ολα στο φως, όλα στη δημόσια κριτική και στον έλεγχο. Θέλουμε να γνωρίζει ο πολίτης ποιος αποφασίζει, τι αποφασίζει, τι κόστος έχουν οι αποφάσεις του, πού πάνε τα λεφτά του ελληνικού λαού».
Η αλήθεια είναι ότι κάποια πράγματα προχώρησαν προς αυτήν την κατεύθυνση. Ψηφίσθηκε το νομοσχέδιο για ανάρτηση όλων των αποφάσεων του Δημοσίου στο Διαδίκτυο και κυρίως απελευθερώθηκαν οι νόμοι από το άγος της συνδρομής στο Εθνικό Τυπογραφείο. (Σ.Σ. η Ελλάδα μέχρι πριν από μερικούς μήνες ήταν η μόνη χώρα στον κόσμο που ο πολίτης έπρεπε να πληρώσει για να δει τους νόμους του κράτους και τις υπουργικές αποφάσεις).
Στη Βουλή, όμως, πέρα βρέχει. Ετσι, για μια ακόμη φορά αντί να δημοσιοποιηθούν ηλεκτρονικά όλα τα «πόθεν έσχες» των βουλευτών που εμείς ψηφίζουμε, έφτασαν στα γραφεία των κοινοβουλευτικών συντακτών μέσα σε χαρτόκουτα! Λες και οι βουλευτές λογοδοτούν στους δημοσιογράφους και όχι στους πολίτες που τους ψηφίζουν και τους πληρώνουν. Κι αν δεν δεήσει ο δημοσιογράφος της Αθήνας να ασχοληθεί με τον βουλευτή π.χ. του Κιλκίς, ο κάτοικος αυτής της ακριτικής περιοχής μένει στο σκοτάδι.
Το αστείο είναι ότι την περίοδο 2002-2004 έγινε ένα μισό βήμα προς την ηλεκτρονική διαφάνεια. Τότε οι υπηρεσίες της Βουλής ψηφιοποιούσαν τα «έσχες» των βουλευτών και τα μοίραζαν σε CD-ROM στους δημοσιογράφους, ενώ το Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων τα αναρτούσε (προφανώς ιδία βουλήσει) στον δικτυακό του τόπο. Δεν ήταν το άπαν, δύσκολα μπορούσε κάποιος να διασταυρώσει τις μεταβολές στην περιουσιακή κατάσταση του βουλευτή που ψηφίζει, αλλά, τέλος πάντων, ήταν μισό βήμα μπροστά. Τουλάχιστον, κάθε πολίτης μπορούσε να δει τι δηλώνει ο εκλεκτός του. Το μισό βήμα μπροστά ακολούθησαν δύο βήματα πίσω. Επί των ημερών της κ. Αννας Ψαρούδα-Μπενάκη η Βουλή των Ελλήνων ξαναγύρισε στην εποχή της φωτοτυπίας και της αδιαφάνειας. Τα χαρτόκουτα ξαναγύρισαν στα γραφεία των κοινοβουλευτικών συντακτών κι έκτοτε πηγαινοέρχονται περιοδικώς.